Η πρόσφατη απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) βάζει φρένο στις φιλοδοξίες της Ελληνικής Αστυνομίας για την πλήρη ενεργοποίηση του συστήματος «έξυπνης αστυνόμευσης». Η Αρχή προειδοποιεί ότι η χρήση φορητών συσκευών για τη λήψη βιομετρικών στοιχείων, όπως φωτογραφίες προσώπου και δακτυλικά αποτυπώματα κατά τη διάρκεια επιτόπιων ελέγχων, στερείται νόμιμης βάσης. Η απόφαση αυτή, που δημοσιεύτηκε στις αρχές του 2026, ξεκαθαρίζει ότι οποιαδήποτε επεξεργασία τέτοιων ευαίσθητων δεδομένων χωρίς ρητή νομοθετική πρόβλεψη συνιστά παράνομη ενέργεια.
Το επίμαχο έργο, το οποίο συμβασιοποιήθηκε το 2019 με κόστος τέσσερα εκατομμύρια ευρώ και συγχρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, προέβλεπε την προμήθεια 1.000 smartphones και 500 συσκευών λήψης αποτυπωμάτων. Στόχος της ΕΛ.ΑΣ. ήταν η ταυτοποίηση προσώπων και οχημάτων σε πραγματικό χρόνο κατά τη διάρκεια περιπολιών. Παρά τους ισχυρισμούς της αστυνομίας ότι τα δεδομένα δεν θα αποθηκεύονταν αλλά θα διαγράφονταν αμέσως μετά την αντιπαραβολή τους με τις εθνικές βάσεις δεδομένων, η Αρχή έκρινε ότι η διαδικασία αυτή παραβιάζει το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο προστασίας της ιδιωτικότητας.
Η έρευνα ξεκίνησε το 2020 μετά από καταγγελία της οργάνωσης Homo Digitalis, η οποία έθεσε σοβαρά ερωτήματα για τη νομιμότητα του συστήματος "Smart Policing". Στην πολυσελίδη απόφασή της, η Αρχή υπογραμμίζει ότι η Ελληνική Αστυνομία δεν διενήργησε εγκαίρως την απαιτούμενη εκτίμηση αντικτύπου σχετικά με τα προσωπικά δεδομένα. Επιπλέον, η επίκληση ευρωπαϊκών προδικαστικών αποφάσεων από την πλευρά της αστυνομίας δεν θεωρήθηκε επαρκής, καθώς για την επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων, όπως τα βιομετρικά, απαιτείται σαφής και συγκεκριμένος εθνικός νόμος.
Αν και το πρόγραμμα λειτούργησε πιλοτικά για ένα διάστημα, η Αρχή αποφάσισε να μην επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, καθώς δεν προέκυψε αποδεδειγμένη ζημία για τους πολίτες από την περιορισμένη αυτή χρήση. Ωστόσο, η αμφιβολία για το μέλλον της παραγωγικής λειτουργίας του συστήματος παραμένει. Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με ανακοινώσεις της ΕΛ.ΑΣ. από το 2024, οι εν λόγω συσκευές προορίζονται πλέον να χρησιμοποιηθούν για πιο τυπικές διαδικασίες, όπως η ηλεκτρονική βεβαίωση τροχονομικών παραβάσεων, αντικαθιστώντας τις παραδοσιακές κλήσεις με ψηφιακά μέσα.
Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει τη λεπτή ισορροπία μεταξύ της χρήσης νέων τεχνολογιών για την ασφάλεια του πολίτη και του σεβασμού των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η απόφαση της Αρχής αποτελεί ορόσημο για τα ψηφιακά δικαιώματα στην Ελλάδα, θυμίζοντας ότι η τεχνολογική πρόοδος στην αστυνόμευση δεν μπορεί να προχωρά εις βάρος της νομιμότητας και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων των πολιτών.