Η πυρηνική καταστροφή στη Φουκουσίμα, που σημειώθηκε τον Μάρτιο του 2011, παραμένει μια από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της σύγχρονης ιστορίας, συνδυάζοντας τη δύναμη της φύσης με την ανθρώπινη τεχνολογική ευθραυστότητα. Όλα ξεκίνησαν με έναν υποθαλάσσιο σεισμό μεγέθους 9,1 ρίχτερ, ο οποίος απελευθέρωσε μια ασύλληπτη ποσότητα ενέργειας, ισοδύναμη με την καύση όλων των ορυκτών καυσίμων της Γης ταυτόχρονα. Το τσουνάμι που ακολούθησε, με κύματα που έφταναν τα 15 μέτρα ύψος, χτύπησε τις ακτές της Ιαπωνίας με καταστροφική μανία, προκαλώντας τον θάνατο σχεδόν 20.000 ανθρώπων και ισοπεδώνοντας ολόκληρες πόλεις.
Στην καρδιά αυτής της τραγωδίας βρέθηκε ο πυρηνικός σταθμός Fukushima Daiichi. Παρόλο που οι αντιδραστήρες σταμάτησαν αυτόματα τη λειτουργία τους μόλις ανιχνεύτηκε ο σεισμός, η έλευση του τσουνάμι κατέστρεψε τις εφεδρικές γεννήτριες ντίζελ που ήταν απαραίτητες για την ψύξη των πυρήνων. Χωρίς ρεύμα για τις αντλίες νερού, η θερμοκρασία στους αντιδραστήρες ανέβηκε σε επικίνδυνα επίπεδα, οδηγώντας σε τρεις διαδοχικές τηκτικές καταρρεύσεις και εκρήξεις υδρογόνου. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία κορίου, μιας εξαιρετικά ραδιενεργής λάβας που έλιωσε τα προστατευτικά περιβλήματα, και η απελευθέρωση ραδιενέργειας στο περιβάλλον, καθιστώντας το συμβάν τη δεύτερη χειρότερη πυρηνική καταστροφή μετά το Τσερνόμπιλ.
Ωστόσο, η σύγκριση με το Τσερνόμπιλ απαιτεί προσοχή και πλαίσιο. Αν και η Φουκουσίμα έλαβε την υψηλότερη βαθμολογία στην κλίμακα πυρηνικών γεγονότων, η ποσότητα της ραδιενέργειας που απελευθερώθηκε ήταν έως και 90% μικρότερη από εκείνη της σοβιετικής καταστροφής. Σημαντικό είναι επίσης το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις επίσημες αναφορές, δεν υπήρξαν άμεσοι θάνατοι από την έκθεση στη ραδιενέργεια στη Φουκουσίμα. Η κύρια βλάβη ήταν κοινωνική και πολιτισμική: πάνω από 150.000 άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, δημιουργώντας μια βαθιά πληγή δυσπιστίας προς την κυβέρνηση και την εταιρεία TEPCO, η οποία είχε αγνοήσει επανειλημμένες προειδοποιήσεις για τον κίνδυνο τσουνάμι στο παρελθόν.
Σήμερα, η Φουκουσίμα στοιχειώνεται από δύο ειδών φαντάσματα. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν οι μεταφυσικές αναφορές των επιζώντων για πνεύματα που περιπλανώνται στις κατεστραμμένες περιοχές, μια έκφραση του συλλογικού τραύματος και του πένθους για όσα χάθηκαν μέσα σε λίγα λεπτά. Από την άλλη, υπάρχει το "αόρατο φάντασμα" της ραδιενέργειας που συνεχίζει να κρατά μακριά τους νέους ανθρώπους, παρά τις τεράστιες προσπάθειες καθαρισμού και την τρέχουσα σταθερότητα του σταθμού. Η αποσυναρμολόγηση των κατεστραμμένων αντιδραστήρων είναι ένα έργο που θα διαρκέσει δεκαετίες, απαιτώντας τεχνολογίες που δεν έχουν καν εφευρεθεί ακόμα, αφήνοντας την περιοχή σε μια κατάσταση αναμονής, ανάμεσα στο τραγικό παρελθόν και ένα αβέβαιο μέλλον.