Τον Ιούλιο του 1997, η Αθήνα βρισκόταν υπό την πολιορκία ενός ακραίου καύσωνα, όμως στη Νέα Σμύρνη η ατμόσφαιρα ήταν ακόμα πιο βαριά για έναν διαφορετικό λόγο. Στις 22 Ιουλίου, μια γυναίκα που φορούσε ξανθιά περούκα παραμόνευε έξω από μια πολυκατοικία στην οδό Φιλαδελφίας. Όταν ο Αρχιμανδρίτης Άνθιμος Ελευθεριάδης έκανε την εμφάνισή του, η γυναίκα αυτή, η Κάτια Γιαννακοπούλου, έβγαλε ένα πιστόλι από την τσάντα της και τον πυροβόλησε οκτώ φορές. Ο ιερέας έπεσε νεκρός στην καυτή άσφαλτο, σηματοδοτώντας το τέλος μιας νοσηρής σχέσης που είχε ξεκινήσει οκτώ χρόνια νωρίτερα και την αρχή μιας υπόθεσης που θα κυριαρχούσε στα πρωτοσέλιδα της εποχής.
Η ιστορία των δύο πρωταγωνιστών ξεκίνησε το 1989, όταν η 35χρονη τότε Κάτια, μια τακτοποιημένη σύζυγος και μητέρα από την Καλλιθέα, αναζήτησε πνευματικό στήριγμα στον χαρισματικό ιερέα της Παναγίτσας του Παλαιού Φαλήρου. Πολύ γρήγορα, η πνευματική καθοδήγηση μετατράπηκε σε μια παράνομη ερωτική σχέση, την οποία ο Αρχιμανδρίτης βάφτισε διακονία για να κάμψει τις ηθικές αντιστάσεις της γυναίκας. Η Γιαννακοπούλου ζούσε μια διπλή ζωή, αφοσιωμένη τυφλά σε έναν άνθρωπο που πίστευε σαν Θεό, φτάνοντας στο σημείο να του παραδώσει συνολικά 27,5 εκατομμύρια δραχμές, χρήματα που προορίζονταν για το μέλλον του παιδιού της, προκειμένου να χρηματοδοτήσει τα οράματά του.
Η αντίστροφη μέτρηση άρχισε το 1995, όταν ο Άνθιμος απολύθηκε από τον ναό του Παλαιού Φαλήρου και μετακόμισε στο Λονδίνο, προσπαθώντας να απομακρυνθεί από την πιεστική πλέον ερωμένη του. Η Κάτια όμως δεν αποδέχθηκε ποτέ τον χωρισμό. Το πάθος της μετατράπηκε σε εμμονή, οδηγώντας την σε συνεχή ταξίδια-αστραπή στο Λονδίνο για να τον παρακολουθεί. Η ψυχρότητα και η περιφρόνηση που αντιμετώπισε εκεί, σε συνδυασμό με την οικονομική της καταστροφή, τη γέμισαν με οργή και ταπείνωση. Όταν ο ιερέας επέστρεψε στην Αθήνα και την έδιωξε κακήν κακώς από το σπίτι του, η απόφαση για την εκδίκηση είχε πλέον ληφθεί.
Μετά το έγκλημα, η Γιαννακοπούλου κατέφυγε σε ένα μοναστήρι στη Μάνδρα, όπου και συνελήφθη δύο ημέρες αργότερα. Στην ομολογία της, η φράση της «τον πίστεψα σαν Θεό» συμπύκνωσε όλη την τραγικότητα της υπόθεσης. Η δίκη που ακολούθησε αποκάλυψε τις σκοτεινές πτυχές μιας σχέσης εκμετάλλευσης και εμμονής, σοκάροντας την κοινή γνώμη. Η Κάτια Γιαννακοπούλου καταδικάστηκε αρχικά σε ισόβια κάθειρξη, ποινή που αργότερα μειώθηκε, και αποφυλακίστηκε το 2013. Η υπόθεση αυτή παραμένει μέχρι σήμερα μια σκοτεινή υπενθύμιση των ορίων στα οποία μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος όταν η τυφλή πίστη και ο έρωτας συντρίβονται από την προδοσία.