Ο Ενβέρ Χότζα υπήρξε μία από τις πιο αινιγματικές και σκληρές φυσιογνωμίες της κομμουνιστικής ιστορίας, μετατρέποντας την Αλβανία σε ένα από τα πιο απομονωμένα κράτη του κόσμου για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες. Γεννημένος στο Αργυρόκαστρο το 1908, ήρθε σε επαφή με τις μαρξιστικές ιδέες κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γαλλία. Με την επιστροφή του στην πατρίδα, αναδείχθηκε σε ηγετική μορφή της αντίστασης κατά των φασιστικών δυνάμεων κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1944, καθώς οι Γερμανοί υποχωρούσαν, οι παρτιζάνοι του εισήλθαν θριαμβευτές στα Τίρανα, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας εποχής που θα άλλαζε ριζικά το πρόσωπο της χώρας.
Η εδραίωση της εξουσίας του Χότζα συνοδεύτηκε από αλύπητες διώξεις και εκκαθαρίσεις κάθε πιθανού αντιπάλου. Υιοθετώντας σταλινικές μεθόδους, κατάργησε τη μοναρχία και εγκαθίδρυσε ένα μονοκομματικό καθεστώς τρόμου, όπου η μυστική αστυνομία, η Σιγκουρίμη, έλεγχε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής. Χιλιάδες άνθρωποι φυλακίστηκαν, εκτελέστηκαν ή στάλθηκαν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, ενώ η προπαγάνδα τον παρουσίαζε ως τον αλάθετο «πατέρα του έθνους». Η παράνοια του καθεστώτος έφτασε στο αποκορύφωμά της το 1967, όταν η Αλβανία ανακηρύχθηκε το πρώτο επίσημα άθεο κράτος στον κόσμο, απαγορεύοντας κάθε θρησκευτική πρακτική και μετατρέποντας ναούς σε αποθήκες.
Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, ο Χότζα ακολούθησε μια πορεία διαρκών ρήξεων που οδήγησαν στην απόλυτη διπλωματική απομόνωση. Αρχικά συμμάχησε με τη Σοβιετική Ένωση του Στάλιν, όμως μετά τον θάνατο του τελευταίου και την αποσταλινοποίηση που ξεκίνησε ο Χρουστόφ, διέκοψε τους δεσμούς με τη Μόσχα. Στη συνέχεια στράφηκε προς την Κίνα του Μάο Τσετούνγκ, αλλά και αυτή η συμμαχία κατέρρευσε το 1978, όταν το Πεκίνο άρχισε να ανοίγεται προς τη Δύση. Πιστεύοντας ότι η Αλβανία ήταν το τελευταίο γνήσιο προπύργιο του μαρξισμού-λενινισμού, σφράγισε τα σύνορα και επέβαλε μια πολιτική αυστηρής αυτάρκειας που βύθισε τον λαό στη φτώχεια.
Το πιο χαρακτηριστικό μνημείο της παράνοιάς του παραμένουν τα περίπου 600.000 πολυβολεία (bunkers) που διατάχθηκε να χτιστούν σε όλη την επικράτεια για την προστασία από ανύπαρκτους εισβολείς. Αυτά τα τσιμεντένια καταφύγια απορρόφησαν τεράστιους πόρους από την ήδη εξαθλιωμένη οικονομία της χώρας. Με τον θάνατό του το 1985, ο Χότζα άφησε πίσω του μια χώρα καθηλωμένη στον φόβο και την οπισθοδρόμηση. Παρόλο που οι διάδοχοί του προσπάθησαν να κάνουν δειλά βήματα αλλαγής, οι πληγές από τη μακρόχρονη δικτατορία του παρέμειναν βαθιές, θυμίζοντας μέχρι σήμερα το βαρύ τίμημα της απόλυτης εξουσίας.