Η «Μεγάλη Χίμαιρα» του Μ. Καραγάτση δεν αποτελεί απλώς μια ιστορία έρωτα και καταστροφής, αλλά ένα βαθύ ψυχογράφημα που ανατέμνει την ανθρώπινη φύση. Από την πρώτη κιόλας σελίδα, ο συγγραφέας χτίζει έναν κόσμο όπου οι επιθυμίες είναι απατηλές και δεν οδηγούν ποτέ στον προορισμό που υπόσχονται. Η ζωή της κεντρικής ηρωίδας, της Μαρίνας, κινείται διαρκώς σε μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στα όνειρα και στους τοίχους που υψώνονται γύρω της, κλείνοντάς την σε ένα αδιέξοδο χωρίς καμία προειδοποίηση.
Η ίδια η Μαρίνα λειτουργεί ως ένας ζωντανός συμβολισμός της αναζήτησης μιας νέας μοίρας. Είναι μια γυναίκα που πιστεύει ακράδαντα ότι η αλλαγή τόπου και ανθρώπων θα επιφέρει και την εσωτερική της λύτρωση. Φεύγοντας από τη Δύση, κουβαλά μαζί της εικόνες ελευθερίας, μόνο και μόνο για να συγκρουστεί με μια Ελλάδα που δεν συγχωρεί εύκολα το διαφορετικό. Η τραγωδία της δεν έγκειται στην ικανότητά της να αγαπά, αλλά στην επιμονή της να διεκδικεί περισσότερα από όσα οι κοινωνικές συμβάσεις της εποχής της επιτρέπουν.
Ο τίτλος του έργου είναι πολυεπίπεδος και γεμάτος νόημα. Η «Χίμαιρα» είναι το όνομα του πλοίου που τη φέρνει στη νέα της ζωή, αλλά ταυτόχρονα αντιπροσωπεύει το ψέμα που λέει στον εαυτό της: ότι η ευτυχία βρίσκεται κάπου αλλού. Κάθε φορά που η Μαρίνα νιώθει ότι πλησιάζει την ολοκλήρωση, αυτή γλιστρά μέσα από τα χέρια της, αφήνοντάς την πιο μόνη από πριν. Σε αυτό το πλαίσιο, το ελληνικό φως δεν λειτουργεί καθησυχαστικά. Αντίθετα, είναι ένα φως που εκθέτει και ξεγυμνώνει χαρακτήρες και σκέψεις, εξαναγκάζοντας την ηρωίδα να αντιμετωπίσει αλήθειες που δεν αντέχει.
Η θάλασσα στην αφήγηση του Καραγάτση δεν είναι ένα απλό τοπίο, αλλά μια εσωτερική κατάσταση που καθρεφτίζει τα πάθη της ηρωίδας. Είναι βαθιά, ασταθής και επικίνδυνη, προσφέροντας αντί για λύτρωση την απόλυτη κατάποση. Η Μαρίνα, ως ξένη σε έναν κόσμο που την παρατηρεί με καχυποψία, βιώνει την κοινωνία της Σύρου ως έναν εχθρικό μηχανισμό που περιμένει το πρώτο της λάθος. Η μορφή της πεθεράς της συμβολίζει την παράδοση που επιβάλλεται μέσω της σιωπής και του απόλυτου ελέγχου, υπενθυμίζοντας ότι σε αυτόν τον κόσμο η γυναίκα δεν ανήκει στον εαυτό της.
Στη «Μεγάλη Χίμαιρα», ο έρωτας δεν παρουσιάζεται ως σωτηρία αλλά ως μια δύναμη που απομονώνει και διαλύει. Ο Καραγάτσης αναδεικνύει πώς η απόλυτη προσήλωση στο πάθος μπορεί να μετατραπεί σε μια θανάσιμη παγίδα. Η μοίρα εμφανίζεται σχεδόν βιολογικά, σπρώχνοντας την ιστορία προς ένα προδιαγεγραμμένο τέλος παρά τις φαινομενικά ελεύθερες επιλογές της ηρωίδας. Το μυθιστόρημα παραμένει μια διαχρονική μελέτη για τη σύγκρουση ανάμεσα στο ατομικό όνειρο και σε έναν κόσμο που αρνείται πεισματικά να αλλάξει.