Οι πιλότοι καμικάζι αποτελούν ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα και ανατριχιαστικά κεφάλαια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αντιπροσωπεύοντας μια ακραία μορφή αυτοθυσίας που συχνά παρερμηνεύεται. Η λέξη «καμικάζι» μεταφράζεται ως «θείος άνεμος», παραπέμποντας στους τυφώνες που κατέστρεψαν τους μογγολικούς στόλους τον 13ο αιώνα, σώζοντας την Ιαπωνία από την εισβολή. Στο πλαίσιο του 1944, η Ιαπωνία, βλέποντας την αυτοκρατορία της να συρρικνώνεται και τις δυνάμεις της να εξαντλούνται, υιοθέτησε αυτή την τακτική ως την τελευταία της ελπίδα για να ανατρέψει την πορεία του πολέμου. Οι πιλότοι δεν ήταν απλώς ριψοκίνδυνοι άνδρες, αλλά στρατιώτες που καλούνταν από μια «θεϊκή» πηγή, τον Αυτοκράτορα Χιροχίτο, να προσφέρουν τη ζωή τους για την πατρίδα.
Η στρατηγική των επιθέσεων αυτοκτονίας προτάθηκε επίσημα από τον πλοίαρχο Μοταχάρου Οκαμούρα, ο οποίος πίστευε ότι μόνο η μαζική χρήση αεροπλάνων φορτωμένων με εκρηκτικά θα μπορούσε να πλήξει καίρια τον υπερτερούντα συμμαχικό στόλο. Η πρώτη σημαντική ανάπτυξη έγινε τον Οκτώβριο του 1944 στον Κόλπο του Λέιτε, όπου παρά τις αρχικές αστοχίες, ένα αεροπλάνο κατάφερε να βυθίσει το αεροπλανοφόρο συνοδείας USS St. Lo. Αυτή η επιτυχία οδήγησε στην επέκταση του προγράμματος, χρησιμοποιώντας συχνά παλιά και κακοσυντηρημένα αεροσκάφη από τα οποία αφαιρούνταν κάθε περιττός εξοπλισμός για να γεμίσουν με καύσιμα και βόμβες, μετατρέποντάς τα σε επανδρωμένους πυραύλους.
Η πραγματικότητα πίσω από τη στρατολόγηση αυτών των ανδρών ήταν συχνά σκοτεινή και γεμάτη ψυχολογικό εξαναγκασμό. Πολλοί από τους πιλότους ήταν νεαροί φοιτητές πανεπιστημίου που είχαν επιστρατευτεί πρόσφατα και δεν είχαν άλλη επιλογή από το να «εθελοντοποιηθούν» υπό την πίεση των κοινωνικών προσδοκιών και της στρατιωτικής πειθαρχίας. Η εκπαίδευσή τους ήταν σύντομη και επικεντρωμένη κυρίως στην κατάκτηση του φόβου του θανάτου. Πριν από την τελευταία τους πτήση, έγραφαν αποχαιρετιστήριες επιστολές και διαθήκες προς τις οικογένειές τους, μια διαδικασία που υπογράμμιζε το τελεσίδικο της μοίρας τους. Υπήρχαν περιπτώσεις πιλότων που επιβίωσαν λόγω τεχνικών βλαβών, μόνο και μόνο για να αντιμετωπίσουν την περιφρόνηση μετά τον πόλεμο.
Παρά τη φρίκη και τις απώλειες που προκάλεσαν —βυθίζοντας περίπου 50 πλοία και σκοτώνοντας χιλιάδες Συμμάχους στρατιώτες— η τακτική των καμικάζι απέτυχε στον τελικό της στόχο. Οι Σύμμαχοι προσαρμόστηκαν γρήγορα με καλύτερα ραντάρ, βελτιωμένα αντιαεροπορικά συστήματα και πιο αποτελεσματικό έλεγχο ζημιών στα πλοία τους. Μετά την παράδοση της Ιαπωνίας, η εικόνα των καμικάζι άλλαξε από «ήρωες» σε «φανατικούς» υπό την επιρροή της αμερικανικής κατοχής, αν και δεκαετίες αργότερα δημιουργήθηκαν μουσεία για να τιμήσουν την ανθρώπινη πλευρά και την τραγωδία αυτών των νέων ανθρώπων. Η ιστορία τους παραμένει μια οδυνηρή υπενθύμιση των ακραίων μέσων που μπορεί να επιστρατεύσει ένα κράτος σε συνθήκες ολοκληρωτικού πολέμου.