Η εικόνα του Μουαμάρ Καντάφι να περιβάλλεται από ένοπλες γυναίκες, τις περίφημες "Αμαζόνες", αποτελούσε για δεκαετίες ένα από τα πιο αινιγματικά και πολυσυζητημένα θεατικά της διεθνούς πολιτικής σκηνής. Επίσημα γνωστές ως "Επαναστάτριες Μοναχές", αυτές οι γυναίκες δεν ήταν απλώς ένα διακοσμητικό στοιχείο στις δημόσιες εμφανίσεις του Λίβυου ηγέτη, αλλά μια άρτια εκπαιδευμένη μονάδα σωματοφυλάκων. Η παρουσία τους ταξίδευε μαζί του σε όλο τον κόσμο, προκαλώντας το ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης με τις στρατιωτικές στολές, τα μπερέ και, συχνά, το έντονο μακιγιάζ και τις ψηλοτάκουνες γόβες τους, δημιουργώντας μια αντίθεση ανάμεσα στη θηλυκότητα και τη στρατιωτική ισχύ.
Πίσω από τη βιτρίνα της ισότητας και της χειραφέτησης που ο Καντάφι υποστήριζε στο "Πράσινο Βιβλίο" του, η πραγματικότητα για αυτές τις γυναίκες ήταν συχνά τραγική. Παρόλο που η προπαγάνδα του καθεστώτος τις παρουσίαζε ως σύμβολα μιας νέας, ελεύθερης λιβυκής κοινωνίας, πολλές από τις νεότερες recruits επιλέγονταν με κριτήριο την ομορφιά τους και υφίσταντο συστηματική σεξουαλική και σωματική κακοποίηση. Ο Καντάφι χρησιμοποιούσε τις "Αδελφές" του όχι μόνο για προστασία, αλλά και ως "δώρα" προς ξένους αξιωματούχους ή στενούς συνεργάτες του, μετατρέποντάς τες σε αντικείμενα πολιτικής συναλλαγής μέσα στο παλάτι του.
Η επιλογή των γυναικών αυτών δεν ήταν τυχαία. Ο Καντάφι πίστευε στρατηγικά ότι ένας επίδοξος δολοφόνος από τον μουσουλμανικό κόσμο θα δίσταζε να πυροβολήσει εναντίον γυναικών, δίνοντας στη φρουρά του τον απαραίτητο χρόνο να αντιδράσει. Οι γυναίκες που επιλέγονταν περνούσαν από εξονυχιστικούς ελέγχους νομιμοφροσύνης για τις ίδιες και τις οικογένειές τους. Ενώ για κάποιες η ένταξη στη μονάδα σήμαινε οικονομική άνεση και μια ζωή μέσα στην πολυτέλεια που ήταν αδιανόητη για την υπόλοιπη Λιβύη, για άλλες η υπηρεσία ήταν αποτέλεσμα εκβιασμών και απειλών.
Με την πτώση του καθεστώτος το 2011, η τύχη των "Αμαζόνων" ήταν σκληρή. Κατά τη διάρκεια της εξέγερσης, πολλές σκοτώθηκαν πολεμώντας στο πλευρό των δυνάμεων του Καντάφι, ενώ όσες αιχμαλωτίστηκαν από τους επαναστάτες ήρθαν αντιμέτωπες με την οργή και τη βία των φονταμενταλιστικών ομάδων. Σήμερα, ελάχιστες από αυτές επιβιώνουν, ζώντας κυρίως στο εξωτερικό ή υπό καθεστώς απόλυτης ανωνυμίας στη Λιβύη, κουβαλώντας τις αναμνήσεις μιας ζωής που κυμαινόταν ανάμεσα στην προνομιούχα ελίτ και την απόλυτη υποταγή στις διαθέσεις ενός δικτάτορα.