Ο Ιωάννης Καποδίστριας παραμένει μια προσωπικότητα που προκαλεί έντονες συζητήσεις, με την πρόσφατη κινηματογραφική του βιογραφία να επαναφέρει στο προσκήνιο ιστορικά ερωτήματα. Ένα από τα επιχειρήματα που ακούγονται συχνά είναι πως ο Καποδίστριας «ουδέποτε συνέταξε ελβετικό Σύνταγμα», μια άποψη που χρησιμοποιείται για να υποβαθμίσει τον ρόλο του στην πολιτειακή συγκρότηση της Ελβετίας. Ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση είναι ιστορικά παραπλανητική, καθώς συγχέει τους σύγχρονους νομικούς όρους με τις πραγματικές συνθήκες των αρχών του 19ου αιώνα.
Όταν ο Καποδίστριας έφτασε στην Ελβετία το 1813 ως απεσταλμένος του Ρώσου τσάρου, βρήκε μια χώρα βαθιά διχασμένη και στα πρόθυρα ενός καταστροφικού εμφυλίου πολέμου. Η αποστολή του ήταν εξαιρετικά απαιτητική: έπρεπε να συμφιλιώσει τα αντιμαχόμενα καντόνια και να τα πείσει να ενωθούν υπό μία κοινή στέγη. Με επιμονή και διπλωματική ευφυΐα, κατάφερε να λειτουργήσει ως καταλύτης συνεννόησης, οδηγώντας στην υπογραφή της Ομοσπονδιακής Συνθήκης του 1815.
Η Ομοσπονδιακή Συνθήκη ως Θεμέλιο της Ελβετικής Δημοκρατίας
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η Ομοσπονδιακή Συνθήκη του 1815 (Bundesvertrag) αποτελούσε επί της ουσίας το Σύνταγμα της Ελβετικής Συνομοσπονδίας εκείνης της εποχής. Ακόμη και η επίσημη ιστοσελίδα της Ελβετικής Δημοκρατίας αναγνωρίζει πως ο Καποδίστριας συνέταξε προσχέδια συνταγμάτων, ψηφίσματα και αποφάσεις που αποδείχθηκαν καθοριστικά. Χάρη στις δικές του προσπάθειες, αποκαταστάθηκε η πολιτική τάξη και η Ελβετία αναγνωρίστηκε διεθνώς ως κυρίαρχη οντότητα στο Συνέδριο της Βιέννης.
Η Συνθήκη αυτή έθεσε τις βάσεις πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε το σύγχρονο ελβετικό κράτος τρεις δεκαετίες αργότερα. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο πρώην πρέσβης της Ελβετίας στην Αθήνα, Lorenzo Amberg, χωρίς τον Καποδίστρια η Ελβετία δεν θα ήταν σήμερα αυτό που γνωρίζουμε. Η άποψη ότι δεν «έγραψε Σύνταγμα» επειδή το κράτος μετατράπηκε σε ομοσπονδιακό το 1848, αγνοεί το γεγονός ότι εκείνη την περίοδο η άμεση μετάβαση σε ένα συγκεντρωτικό σύστημα ήταν πολιτικά αδύνατη λόγω των βαθιών θρησκευτικών και τοπικιστικών αντιθέσεων.
Η Αναστολή του Συντάγματος του 1827 στην Ελλάδα
Ένα άλλο σημείο κριτικής αφορά τον «αντιδημοκρατικό» χαρακτήρα του Καποδίστρια, με κύριο επιχείρημα την αναστολή του ελληνικού Συντάγματος του 1827. Ωστόσο, η ιστορική πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η αναστολή δεν επιβλήθηκε αυταρχικά, αλλά εγκρίθηκε από την ίδια τη Βουλή τον Ιανουάριο του 1828 μέσω θεσμικών διαδικασιών. Ο Καποδίστριας αντιμετώπιζε μια χαοτική κατάσταση σε μια χώρα που μόλις έβγαινε από αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας και χρειαζόταν επειγόντως σταθερότητα και βασικές υποδομές.
Ο ρεαλισμός του Κυβερνήτη αποτυπώνεται ανάγλυφα στις συζητήσεις του με τον Ελβετό τραπεζίτη και φιλέλληνα Ιωάννη Γαβριήλ Εϋνάρδο. Ο Καποδίστριας πίστευε ακράδαντα στις αρετές και τη νοημοσύνη των Ελλήνων, όμως θεωρούσε πως η χώρα δεν ήταν ακόμη ώριμη για τους εξαιρετικά φιλελεύθερους θεσμούς της Δυτικής Ευρώπης. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά, ο λαός πρέπει πρώτα να μάθει να διαβάζει πριν του παραχωρηθεί η ελευθερία του Τύπου, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για παιδεία και κοινωνική ωριμότητα.
Πολιτική Ωριμότητα και Ιστορικό Περιβάλλον
Η στάση του Καποδίστρια δεν ήταν αποτέλεσμα εχθρότητας προς τη δημοκρατία, αλλά μια συνειδητή επιλογή προστασίας του νέου κράτους. Θεωρούσε τον εαυτό του προσωρινό και δεν ήθελε να κληροδοτήσει στον επόμενο ηγεμόνα ένα μη λειτουργικό πολίτευμα που θα αύξανε τις εσωτερικές δυσκολίες. Η προσπάθειά του επικεντρώθηκε στην επίσπευση του πολιτισμού και της εκπαίδευσης, ώστε η νέα γενιά να είναι έτοιμη να διαχειριστεί την ελευθερία της.
Η υποτίμηση της προσφοράς του Καποδίστρια, είτε στην Ελβετία είτε στην Ελλάδα, βασίζεται συχνά σε μια επιφανειακή ανάγνωση των γεγονότων. Ο Ιωάννης Καποδίστριας υπήρξε ένας πολιτικός με βαθιά διορατικότητα, που προσαρμοζόταν στις ιστορικές πραγματικότητες της εποχής του, θέτοντας πάντοτε ως προτεραιότητα τη δημιουργία βιώσιμων κρατικών δομών πάνω από θεωρητικές προσεγγίσεις που δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν στο έδαφος.