Ο θάνατος του Δημήτρη Λιαντίνη παραμένει ένα από τα πιο πολυσυζητημένα κεφάλαια της σύγχρονης ελληνικής διανόησης. Αν και πολλοί σπεύδουν να χρησιμοποιήσουν τον όρο «αυτοκτονία», ο ίδιος ο καθηγητής, μέσα από την αποχαιρετιστήρια επιστολή του, προτίμησε τη φράση «φεύγω αυτοθέλητα». Με αυτή την επιλογή λέξεων, ο Λιαντίνης επιχείρησε να προσδώσει στο τέλος του έναν τελετουργικό και φιλοσοφικό χαρακτήρα, καλώντας μας να προσεγγίσουμε την απόφασή του όχι ως μια πράξη απελπισίας, αλλά ως μια συνειδητή επιλογή ολοκλήρωσης του βιολογικού του κύκλου.
Για επτά ολόκληρα χρόνια, από τον Απρίλιο του 1998 έως τον Ιούνιο του 2005, η τύχη του Λιαντίνη περιβαλλόταν από ένα πυκνό πέπλο μυστηρίου. Οι θεωρίες συνωμοσίας έδιναν και έπαιρναν, με σενάρια που τον ήθελαν να ζει ινκόγκνιτο στη Λατινική Αμερική ή ακόμη και να εργάζεται ως οδηγός ταξί στην Αθήνα. Η αλήθεια ήρθε στο φως όταν ο στενός του φίλος, Παναγιώτης Νικολακάκος, αποκάλυψε το σημείο όπου βρισκόταν η σορός του στον Ταΰγετο, τηρώντας την υπόσχεση σιωπής που του είχε δώσει ο ίδιος ο καθηγητής για μια επταετία.
Η επιστημονική ταυτοποίηση που ακολούθησε από τον ιατροδικαστή Φίλιππο Κουτσαύτη ήταν καταιγιστική. Παρά το γεγονός ότι είχαν περάσει χρόνια, οι ειδικές κλιματολογικές συνθήκες του βουνού επέτρεψαν τη διατήρηση επαρκούς βιολογικού υλικού. Μέσω της ανάλυσης DNA, του πλήρους οδοντογράμματος και της ανθρωπολογικής εξέτασης, πιστοποιήθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο σκελετός ανήκε στον Δημήτρη Λιαντίνη. Η επιστήμη έθεσε τέλος στις φήμες, όμως το ερώτημα για το πώς ακριβώς επήλθε το τέλος παρέμενε αναπάντητο.
Η ιατροδικαστική έρευνα δεν εντόπισε κανένα ίχνος βίας ή χρήσης όπλου, καθώς τα οστά βρέθηκαν απόλυτα άθικτα. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο, ωστόσο, προέκυψε από τις τοξικολογικές εξετάσεις. Παρά τη δυνατότητα ανάλυσης του εναπομείναντος βιολογικού υλικού, τα αποτελέσματα ήταν αρνητικά για οποιαδήποτε ουσία. Η επίσημη ιατροδικαστική έκθεση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αιτία θανάτου είναι αδύνατον να προσδιοριστεί.
Αυτή η «σιωπή» των επιστημονικών ευρημάτων μοιάζει να είναι το τελευταίο μάθημα του Λιαντίνη. Ο στοχαστής που μελέτησε όσο λίγοι τον θάνατο, κατάφερε να οργανώσει τη δική του αναχώρηση με τέτοιο τρόπο, ώστε ακόμη και η επιστήμη να αδυνατεί να ιχνηλατήσει τα ακριβή του βήματα. Το γεγονός ότι δεν βρέθηκε καμία χημική ουσία ή σημάδι βίας, ενισχύει τον μύθο ενός ανθρώπου που επέλεξε να επιστρέψει στη φύση με τους δικούς του όρους, αφήνοντας πίσω του ένα μυστήριο που αρνείται να εξιχνιαστεί πλήρως.