Η πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ για την εκπαίδευση φέρνει στο φως κρίσιμα δεδομένα για την επαγγελματική και οικονομική κατάσταση των εκπαιδευτικών στην Ελλάδα. Τα ευρήματα, όπως αποτυπώνονται στις εκθέσεις "Improving Learning Outcomes in Greece" και "Education at a Glance 2025", αναδεικνύουν το χάσμα που χωρίζει τους Έλληνες λειτουργούς της παιδείας από τους συναδέλφους τους στις υπόλοιπες ανεπτυγμένες χώρες. Παρά τις προσπάθειες για μεταρρυθμίσεις, η αμοιβή παραμένει ο κρισιμότερος παράγοντας που επηρεάζει την ελκυστικότητα του επαγγέλματος και τη δυνατότητα προσέλκυσης νέων επιστημόνων στα σχολεία.
Στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ, η μισθολογική εξέλιξη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη βαθμίδα εκπαίδευσης και τα χρόνια προϋπηρεσίας. Κατά μέσο όρο, ένας εκπαιδευτικός με 15ετή εμπειρία λαμβάνει ετησίως περίπου 59.600 δολάρια στην πρωτοβάθμια και πάνω από 63.900 δολάρια στην ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Αυτή η κλιμάκωση εξασφαλίζει ένα επίπεδο αποδοχών που εγγυάται την επαγγελματική σταθερότητα και την κοινωνική αναγνώριση του ρόλου τους. Αντίθετα, στην Ελλάδα, οι εκπαιδευτικοί βρίσκονται σταθερά στην κατώτερη ζώνη αποδοχών μεταξύ των 36 χωρών της Οργάνωσης, με τους αρχικούς μισθούς να αγγίζουν μόλις τα 13.100 ευρώ, ξεπερνώντας οριακά μόνο τη Σλοβακία και τη Λετονία.
Η πλέον ανησυχητική διαπίστωση της έκθεσης αφορά τη δραματική μείωση των πραγματικών μισθών στην Ελλάδα. Από το 2010 έως σήμερα, καταγράφεται πτώση της τάξης του 35% σε πραγματικούς όρους, όταν συνυπολογιστούν ο πληθωρισμός και το κόστος ζωής. Την ίδια στιγμή, σε πολλές χώρες του εξωτερικού οι μισθοί είτε αυξήθηκαν είτε παρέμειναν σταθεροί. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Έλληνες δάσκαλοι κερδίζουν 31% λιγότερα από άλλους εργαζόμενους με τριτοβάθμια εκπαίδευση στη χώρα μας, μια διαφορά που στον υπόλοιπο ΟΟΣΑ περιορίζεται κατά μέσο όρο στο 17%.
Το περιβάλλον εργασίας στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από χαμηλή κινητικότητα, γεγονός που ο ΟΟΣΑ δεν ερμηνεύει απαραίτητα ως θετικό. Η έλλειψη παραιτήσεων φαίνεται να συνδέεται περισσότερο με την περιορισμένη επαγγελματική διέξοδο παρά με την ικανοποίηση από τις αποδοχές. Η εργασιακή σταθερότητα του δημοσίου τομέα δεν επαρκεί πλέον για να αντισταθμίσει τη χαμηλή αμοιβή, με αποτέλεσμα οι εισροές νέου αίματος στην εκπαίδευση να παραμένουν περιορισμένες, απειλώντας μακροπρόθεσμα τη δυναμική και την ποιότητα του ελληνικού σχολείου.
Για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης, ο ΟΟΣΑ προτείνει μια σειρά από πολιτικές ενίσχυσης που ξεκινούν από την αναθεώρηση των μισθολογικών κλιμακίων. Στόχος είναι η μείωση του χάσματος με άλλους κλάδους και η σύνδεση των αμοιβών με την επαγγελματική εξέλιξη και τη συνεχή επιμόρφωση. Η προώθηση σταδιακών αλλά σταθερών αυξήσεων θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση για τη διασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας του επαγγέλματος και, κατ' επέκταση, για την αναβάθμιση του εκπαιδευτικού έργου στην Ελλάδα.