Η ιστορία του ναζιστικού καθεστώτος είναι γεμάτη με φρικαλεότητες, όμως το Πρόγραμμα T4 αποτελεί μια από τις πιο ανατριχιαστικές και ταυτόχρονα λιγότερο γνωστές πτυχές της. Πρόκειται για την πρώτη συστηματική προσπάθεια μαζικής εξόντωσης που εφάρμοσαν οι Ναζί, στοχεύοντας όχι σε εξωτερικούς εχθρούς, αλλά στον ίδιο τον γερμανικό πληθυσμό. Το πρόγραμμα αυτό, που πήρε το όνομά του από τη διεύθυνση των κεντρικών του γραφείων στο Βερολίνο (Tiergartenstraße 4), βασίστηκε στην ευγονική και την ψευδοεπιστημονική θεωρία ότι ορισμένες ζωές ήταν «ανάξιες να βιωθούν».
Η ιδεολογική βάση του προγράμματος είχε τεθεί πολύ πριν από την έναρξη του πολέμου. Οι Ναζί προωθούσαν συστηματικά την ιδέα ότι τα άτομα με σωματικές ή πνευματικές αναπηρίες αποτελούσαν οικονομικό βάρος για το κράτος και απειλή για την «καθαρότητα» της Άριας φυλής. Μέσα από προπαγανδιστικές αφίσες και κινηματογραφικές ταινίες, το καθεστώς προσπαθούσε να πείσει τους Γερμανούς πολίτες ότι η εξόντωση των ασθενών ήταν μια πράξη «οικτιρμού» και «ελέους», ενώ ταυτόχρονα θα εξοικονομούνταν πόροι για την ενίσχυση του στρατού και των υγιών οικογενειών.
Το πρόγραμμα ξεκίνησε επίσημα το 1939, με το πρόσχημα της καταγραφής όλων των ατόμων με αναπηρίες σε ιδρύματα και νοσοκομεία. Οι γιατροί και οι νοσηλευτές καλούνταν να συμπληρώσουν ερωτηματολόγια για τους ασθενείς τους, τα οποία στη συνέχεια εξετάζονταν από μια επιτροπή «ειδικών» στο Βερολίνο. Χωρίς να δουν ποτέ τους ασθενείς από κοντά, οι ειδικοί αυτοί αποφάσιζαν ποιοι θα ζούσαν και ποιοι θα πέθαιναν, σημειώνοντας απλώς έναν κόκκινο σταυρό στα έγγραφα εκείνων που προορίζονταν για εξόντωση.
Η διαδικασία της θανάτωσης ήταν μεθοδική και απάνθρωπη. Οι ασθενείς μεταφέρονταν με γκρίζα λεωφορεία σε ειδικά κέντρα ευθανασίας, όπως το Χάνταμαρ και το Γκραφένεκ, όπου είχαν εγκατασταθεί οι πρώτοι θάλαμοι αερίων, μεταμφιεσμένοι σε ντους. Εκεί, χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από μονοξείδιο του άνθρακα. Οι οικογένειές τους λάμβαναν πλαστά πιστοποιητικά θανάτου που απέδιδαν τον χαμό τους σε φυσικά αίτια, όπως πνευμονία ή καρδιακή ανακοπή, ενώ οι σοροί αποτεφρώνονταν αμέσως για να εξαφανιστούν τα ίχνη του εγκλήματος.
Παρά τη μυστικότητα, οι φήμες για το τι πραγματικά συνέβαινε άρχισαν να διαρρέουν, προκαλώντας τις πρώτες αντιδράσεις από συγγενείς και την εκκλησία. Η δημόσια καταδίκη του προγράμματος από τον επίσκοπο Κλέμενς Άουγκουστ Γκράφ φον Γκάλεν το 1941 ανάγκασε τον Χίτλερ να διατάξει την επίσημη παύση του Προγράμματος T4. Ωστόσο, η εξόντωση συνεχίστηκε ανεπίσημα και με πιο διακριτικούς τρόπους, όπως η λιμοκτονία και οι θανατηφόρες ενέσεις, ενώ η τεχνογνωσία και το προσωπικό των θαλάμων αερίων μεταφέρθηκαν αργότερα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης για την υλοποίηση του Ολοκαυτώματος. Το Πρόγραμμα T4 παραμένει μια οδυνηρή υπενθύμιση του πού μπορεί να οδηγήσει η αποανθρωποποίηση και η θυσία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στον βωμό μιας διαστρεβλωμένης ιδεολογίας.