Την 1η Φεβρουαρίου του 2003, ο κόσμος παρακολούθησε με κομμένη την ανάσα τη διάλυση του διαστημικού λεωφορείου Columbia κατά την επανείσοδό του στην ατμόσφαιρα της Γης. Η καταστροφή αυτή δεν ήταν απλώς ένα τεχνικό ατύχημα, αλλά το αποτέλεσμα μιας σειράς διοικητικών λαθών και μιας κουλτούρας εφησυχασμού εντός της NASA που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται χρόνια πριν. Το Columbia, το πρώτο και πιο έμπειρο διαστημικό λεωφορείο του στόλου, μετέφερε επτά αστροναύτες, ανάμεσά τους και τον πρώτο Ισραηλινό αστροναύτη, σε μια αποστολή που είχε καθαρά επιστημονικούς στόχους. Ωστόσο, η μοίρα της αποστολής STS-107 είχε σφραγιστεί μόλις 81 δευτερόλεπτα μετά την εκτόξευση.
Το πρόγραμμα των διαστημικών λεωφορείων ξεκίνησε τη δεκαετία του '70 με την υπόσχεση να καταστήσει τα ταξίδια στο διάστημα ρουτίνα, χρησιμοποιώντας επαναχρησιμοποιούμενα οχήματα. Παρά την τεχνολογική πολυπλοκότητα και την εθνική υπερηφάνεια που προκαλούσε, το πρόγραμμα αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα καθυστερήσεων και κόστους. Η NASA, πιεζόμενη από το κράτος για αποτελέσματα, άρχισε να αποδέχεται κινδύνους που στο παρελθόν θα θεωρούνταν απαγορευτικοί. Αυτό οδήγησε στην πρώτη μεγάλη τραγωδία, εκείνη του Challenger το 1986, η οποία προκλήθηκε από την αστοχία ενός δακτυλίου στεγανοποίησης σε συνθήκες χαμηλής θερμοκρασίας, ένα πρόβλημα που η ηγεσία της υπηρεσίας γνώριζε αλλά επέλεξε να αγνοήσει για να μη χαθεί χρόνος.
Στην περίπτωση του Columbia, το κρίσιμο σημείο ήταν η αποκόλληση ενός κομματιού μονωτικού αφρού από την εξωτερική δεξαμενή καυσίμου, το οποίο χτύπησε την αριστερή πτέρυγα του σκάφους. Παρόλο που οι αναλυτές παρατήρησαν την πρόσκρουση από τα βίντεο της απογείωσης, τα υψηλόβαθμα στελέχη της NASA υποβάθμισαν το γεγονός, χαρακτηρίζοντάς το ως «αποδεκτό κίνδυνο». Απέρριψαν προτάσεις για τη λήψη φωτογραφιών υψηλής ανάλυσης από στρατιωτικούς δορυφόρους ή τη διενέργεια διαστημικού περιπάτου για τον έλεγχο της ζημιάς, φοβούμενοι ότι οι καθυστερήσεις θα έπλητταν το κύρος της υπηρεσίας. Αυτή η «κανονικοποίηση της απόκλισης», όπως ονομάστηκε από κοινωνιολόγους, σήμαινε ότι η επανάληψη ενός επικίνδυνου φαινομένου χωρίς ατύχημα οδήγησε λανθασμένα στο συμπέρασμα ότι το φαινόμενο ήταν ασφαλές.
Η επιστροφή του Columbia στη Γη απέδειξε με τον πιο σκληρό τρόπο το μέγεθος του λάθους. Η τρύπα που είχε δημιουργηθεί στην πτέρυγα επέτρεψε στα υπέρθερμα αέρια της ατμόσφαιρας να εισέλθουν στο εσωτερικό του σκάφους κατά την επανείσοδο, προκαλώντας τη δομική του κατάρρευση πάνω από το Τέξας. Η τραγωδία αυτή δεν στοίχισε μόνο επτά ζωές, αλλά ξεσκέπασε μια προβληματική ιεραρχία όπου η υπερηφάνεια και το αυστηρό πρωτόκολλο εμπόδιζαν την επικοινωνία κρίσιμων πληροφοριών ασφαλείας. Η θυσία των αστροναυτών του Columbia παραμένει ένα οδυνηρό μάθημα για το τι συμβαίνει όταν η επιδίωξη της επιτυχίας υπερβαίνει την αξία της ανθρώπινης ζωής και την ανάγκη για διαρκή εγρήγορση απέναντι στον κίνδυνο.