Το πείραμα της φυλακής Πιτέστι, που έλαβε χώρα στη Ρουμανία μεταξύ 1949 και 1952, αποτελεί μία από τις πιο ανατριχιαστικές περιπτώσεις συστηματικής εξόντωσης της ανθρώπινης προσωπικότητας στην ιστορία του 20ού αιώνα. Στόχος του προγράμματος ήταν η "επανεκπαίδευση" πολιτικών κρατουμένων, κυρίως φοιτητών με αντικομμουνιστικές ή θρησκευτικές πεποιθήσεις, μέσω μιας μεθόδου που ξεπερνούσε κάθε έννοια σωματικού και ψυχολογικού βασανισμού. Η ιδιαιτερότητα αυτού του πειράματος βρισκόταν στη διαβολική ιδέα της μετατροπής των θυμάτων σε θύτες: οι ίδιοι οι κρατούμενοι εξαναγκάζονταν, υπό την απειλή του θανάτου, να βασανίσουν τους φίλους και τους συντρόφους τους, καταστρέφοντας έτσι κάθε δεσμό αλληλεγγύης και εμπιστοσύνης.
Επικεφαλής αυτής της φρίκης ήταν ο Εουτζέν Τουρκάνου, ένας κρατούμενος και πρώην μέλος της φασιστικής Σιδηράς Φρουράς που μετατράπηκε σε όργανο της μυστικής αστυνομίας Σεκουριτάτε. Υπό την καθοδήγησή του, το πείραμα χωριζόταν σε στάδια που είχαν ως σκοπό την πλήρη πνευματική υποταγή. Οι κρατούμενοι έπρεπε αρχικά να ομολογήσουν φανταστικά εγκλήματα και να αποκαλύψουν ονόματα "εχθρών" του κόμματος. Ακολουθούσε το στάδιο του δημόσιου εξευτελισμού, όπου εξαναγκάζονταν να απαρνηθούν την οικογένειά τους, τις αξίες τους και κυρίως τη θρησκευτική τους πίστη μέσω βλάσφημων τελετουργιών. Ο τελικός σκοπός ήταν να φτάσουν στο σημείο να βασανίζουν οι ίδιοι άλλους κρατουμένους, αποδεικνύοντας έτσι την "πλήρη αφοσίωσή" τους στο νέο καθεστώς.
Οι μέθοδοι βασανισμού που χρησιμοποιήθηκαν στο Πιτέστι ήταν αδιανόητης σκληρότητας και εφευρετικότητας. Εκτός από τους άγριους ξυλοδαρμούς, οι κρατούμενοι υποβάλλονταν σε ψυχολογικά μαρτύρια, όπως το να στέκονται ακίνητοι για μέρες ή να καταναλώνουν υπερβολικά αλμυρές τροφές χωρίς νερό. Το πιο αποκρουστικό κομμάτι περιλάμβανε βασανιστήρια με περιττώματα, όπου οι άνθρωποι εξαναγκάζονταν σε εξευτελιστικές πράξεις που είχαν ως μοναδικό στόχο τη θραύση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Πολλοί κρατούμενοι έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια των βασανιστηρίων, ενώ κάποιοι λίγοι κατάφεραν να αυτοκτονήσουν παρά τα δρακόντεια μέτρα πρόληψης που είχε λάβει η διοίκηση της φυλακής.
Η αποκάλυψη των γεγονότων στο εξωτερικό ανάγκασε τη ρουμανική κυβέρνηση να διακόψει το πείραμα το 1952, προχωρώντας σε μια προσπάθεια συγκάλυψης των ευθυνών της. Σε μια μυστική δίκη το 1954, ο Τουρκάνου και άλλοι συνεργάτες του καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν, με το καθεστώς να τους παρουσιάζει ως "πράκτορες" που δρούσαν αυτόνομα. Σήμερα, η φυλακή του Πιτέστι λειτουργεί ως μνημείο και χώρος μνήμης, υπενθυμίζοντας στον κόσμο τα όρια της ανθρώπινης θηριωδίας όταν η εξουσία χρησιμοποιεί τον τρόμο για να ελέγξει τη συνείδηση. Η κληρονομιά του Πιτέστι παραμένει μια ζωντανή προειδοποίηση για το τι μπορεί να συμβεί όταν η ιδεολογία υπερισχύει της ανθρωπιάς.