Όταν ξέσπασε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος τον Αύγουστο του 1914, χιλιάδες νέοι εθελοντές έσπευσαν να καταταγούν με την ελπίδα μιας σύντομης περιπέτειας που θα τελείωνε μέχρι τα Χριστούγεννα. Η πραγματικότητα όμως στο Δυτικό Μέτωπο αποδείχθηκε εφιαλτική, μετατρέποντας τον ενθουσιασμό σε έναν ατελείωτο αγώνα επιβίωσης μέσα στη λάσπη και τον θάνατο. Τα χαρακώματα έγιναν το μόνιμο σπίτι των στρατιωτών, προσφέροντας μια ελάχιστη προστασία από τα πυρά των πολυβόλων και του πυροβολικού, αλλά ταυτόχρονα δημιουργώντας ένα περιβάλλον γεμάτο αρρώστιες, παράσιτα και συνεχή φόβο. Η ζωή εκεί δεν ήταν μόνο η μάχη, αλλά ένας εξαντλητικός συνδυασμός αγγαρειών, έλλειψης ύπνου και της αδιάκοπης απειλής από ελεύθερους σκοπευτές ή ξαφνικές επιθέσεις με δηλητηριώδη αέρια.
Η υγιεινή στα χαρακώματα ήταν σχεδόν ανύπαρκτη, με το "πόδι των χαρακωμάτων" να αποτελεί μια από τις πιο τρομακτικές παθήσεις της εποχής. Οι στρατιώτες αναγκάζονταν να στέκονται για ώρες ή μέρες μέσα σε στάσιμα, παγωμένα νερά και λάσπη, με αποτέλεσμα το δέρμα των ποδιών τους κυριολεκτικά να σαπίζει και να πέφτει, οδηγώντας συχνά σε ακρωτηριασμούς. Παράλληλα, οι ψείρες και οι αρουραίοι που τρέφονταν με τα πτώματα στη "νεκρή ζώνη" ήταν καθημερινοί σύντροφοι, κάνοντας την ανάπαυση αδύνατη. Ακόμα και οι στιγμές ηρεμίας ήταν γεμάτες ένταση, καθώς η παραμικρή απροσεξία ή η εμφάνιση πάνω από το ανάχωμα μπορούσε να σημάνει το τέλος από μια σφαίρα στο κεφάλι.
Το φαγητό και οι ελάχιστες απολαύσεις, όπως το τσάι και το ρούμι, ήταν τα μόνα πράγματα που κρατούσαν το ηθικό των ανδρών. Η διατροφή βασιζόταν σε σκληρά παξιμάδια, κονσέρβες κρέατος και λαχανικών, που συχνά καταναλώνονταν κρύα κάτω από άθλιες συνθήκες. Οι στρατιώτες προσπαθούσαν να βρουν παρηγοριά γράφοντας γράμματα στις οικογένειές τους, δημιουργώντας τέχνη από κάλυκες σφαιρών ή μοιραζόμενοι δέματα με τρόφιμα και τσιγάρα που έρχονταν από την πατρίδα. Αυτή η αδελφότητα που αναπτύχθηκε μέσα στη φρίκη ήταν το μοναδικό στήριγμα απέναντι στην παράνοια του πολέμου και την αυστηρή στρατιωτική πειθαρχία, που προέβλεπε ακόμα και την εκτέλεση για όσους κατηγορούνταν για δειλία ή λιποταξία.
Οι ψυχολογικές συνέπειες του πολέμου, γνωστές τότε ως "shell shock" (μετατραυματικό στρες), άφησαν εκατομμύρια άνδρες πνευματικά ράκη. Πολλοί επέστρεψαν στην πατρίδα τους με τρέμουλο, απώλεια μνήμης ή ανικανότητα να μιλήσουν, αντιμετωπίζοντας συχνά την περιφρόνηση μιας κοινωνίας που δεν μπορούσε να καταλάβει το μέγεθος του τραύματός τους. Επιπλέον, οι σωματικοί ακρωτηριασμοί και οι φρικτές παραμορφώσεις του προσώπου από τα θραύσματα των οβίδων ανάγκασαν πολλούς βετεράνους να ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους στο περιθώριο ή σε νοσοκομεία, μακριά από τα μάτια του κόσμου. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν κατέστρεψε μόνο σώματα, αλλά θρυμμάτισε ολόκληρες γενιές, αφήνοντας μια κληρονομιά πόνου που άλλαξε για πάντα την ανθρωπότητα.