Αν έχετε μεγαλώσει στην Ελλάδα, η λέξη «ριφιφί» σίγουρα σας είναι γνώριμη από τα αστυνομικά ρεπορτάζ και τους τίτλους των ειδήσεων. Τη χρησιμοποιούμε καθημερινά για να περιγράψουμε εντυπωσιακές διαρρήξεις σε τράπεζες, τούνελ που σκάβονται κάτω από δρόμους και παραβιάσεις θυρίδων που μοιάζουν με σενάρια του Χόλιγουντ. Παρά την ευρεία χρήση της όμως, η πραγματική ιστορία της λέξης είναι πολύ πιο πλούσια, ξεκινώντας από τη γαλλική αργκό και καταλήγοντας να γίνει ολόκληρο κινηματογραφικό είδος.
Αρχικά, στα γαλλικά, η λέξη «rififi» δεν είχε καμία σχέση με ληστείες ή διαρρήξεις. Ήταν μια λέξη της «πιάτσας» που σήμαινε τη φασαρία, τον καβγά ή τον μπελά. Χρησιμοποιούνταν κυρίως από τις παρέες του δρόμου και τον υπόκοσμο για να περιγράψουν μια κατάσταση που «στράβωσε» και κατέληξε σε σύρραξη. Η λέξη θα είχε παραμείνει περιορισμένη στη νυχτερινή ζωή του Παρισιού, αν δεν την ανακάλυπτε ο συγγραφέας Auguste Le Breton, ο οποίος την έβαλε στον τίτλο ενός βιβλίου του για συμμορίες, δίνοντάς της για πρώτη φορά την έννοια της επικίνδυνης και οργανωμένης αποστολής.
Από τη Λογοτεχνία στη Μεγάλη Οθόνη
Η καθιέρωση του όρου ως συνώνυμο της μεθοδικής διάρρηξης ήρθε μέσα από τον κινηματογράφο και συγκεκριμένα από την ταινία «Rififi» του Jules Dassin. Ο σκηνοθέτης, έχοντας φύγει από την Αμερική για τη Γαλλία, δημιούργησε μια σκηνή διάρρηξης που άφησε εποχή: τριάντα λεπτά απόλυτης σιωπής, χωρίς μουσική ή διαλόγους, όπου το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος των εργαλείων και οι ανάσες των ληστών. Ο ρεαλισμός ήταν τόσο σοκαριστικός που η ταινία απαγορεύτηκε σε ορισμένες χώρες, με το επιχείρημα ότι αποτελούσε ένα πλήρες εγχειρίδιο για επίδοξους διαρρήκτες.
Αυτή η κινηματογραφική στιγμή άλλαξε για πάντα τη σημασία της λέξης. Το ριφιφί έπαψε να είναι ένας απλός καβγάς και μετατράπηκε σε ένα «blueprint» για όλες τις ταινίες με ληστείες (heist movies) που ακολούθησαν. Έγινε το στιλ της διάρρηξης που δεν βασίζεται στην τυχαία βία, αλλά στον απόλυτο σχεδιασμό, την υπομονή και την τεχνική αρτιότητα.
Η Ελληνική Εκδοχή και η Εξέλιξη του Όρου
Το ενδιαφέρον είναι ότι στην ελληνική γλώσσα η λέξη ριζώθηκε τόσο βαθιά που πλέον θεωρείται σχεδόν δική μας. Μάλιστα, στην Ελλάδα η σημασία της έγινε ακόμη πιο ειδική. Όταν λέμε ριφιφί, δεν εννοούμε μια οποιαδήποτε κλοπή, αλλά μια επιχείρηση που απαιτεί τούνελ, σκάψιμο κάτω από κτίρια και μια μεθοδικότητα που παραπέμπει σε επαγγελματίες που έχουν μελετήσει το σχέδιο για μήνες. Η εικόνα είναι πάντα η ίδια: ένα χτύπημα τόσο κινηματογραφικό που δυσκολεύεσαι να πιστέψεις ότι συνέβη στην πραγματικότητα.
Με το πέρασμα των χρόνων, ο όρος «δραπέτευσε» από το αστυνομικό δελτίο και εισέβαλε στην πολιτική και την οικονομία. Σήμερα, χρησιμοποιούμε τη λέξη ριφιφί για να περιγράψουμε σκάνδαλα, ύπουλες οικονομικές κινήσεις ή πολιτικές ίντριγκες που στήθηκαν με πολύ μεθοδικό τρόπο. Μια λέξη που ξεκίνησε από τους δρόμους του Παρισιού ως αργκό για τη φασαρία, κατάφερε να διαγράψει μια εντυπωσιακή πορεία, αποδεικνύοντας ότι μερικές φορές η γλώσσα είναι το ίδιο απρόβλεπτη με μια καλοστημένη ληστεία.