Η 2α Μαΐου 1945 σηματοδότησε το τέλος του ναζιστικού καθεστώτος και την οριστική πτώση του Τρίτου Ράιχ με την κατάληψη του Βερολίνου από τον Κόκκινο Στρατό. Ενώ η επίσημη σοβιετική προπαγάνδα παρουσίαζε τη νίκη ως έναν ευγενή αγώνα εκδίκησης της μητέρας πατρίδας και απελευθέρωσης της Ευρώπης από τον φασισμό, η πραγματικότητα στους δρόμους της γερμανικής πρωτεύουσας ήταν πολύ πιο εφιαλτική. Η προέλαση των σοβιετικών στρατευμάτων συνοδεύτηκε από ένα άνευ προηγουμένου κύμα βίας κατά του άμαχου πληθυσμού, με κύριο χαρακτηριστικό τις μαζικές λεηλασίες, τις εκτελέσεις και, κυρίως, τη σεξουαλική βία σε μια κλίμακα που συγκλόνισε ακόμα και τους ίδιους τους αυτόπτες μάρτυρες της εποχής.
Οι ιστορικές καταγραφές και οι προσωπικές μαρτυρίες θυμάτων περιγράφουν μια στρατιωτική δύναμη που δρούσε συχνά εκτός ελέγχου. Υπολογίζεται ότι μόνο στο Βερολίνο περίπου 130.000 γυναίκες έπεσαν θύματα κακοποίησης κατά τις πρώτες εβδομάδες της κατοχής, ενώ ο συνολικός αριθμός των θυμάτων σε ολόκληρη τη Γερμανία εκτιμάται ότι αγγίζει τα δύο εκατομμύρια. Η βία ήταν τυφλή και δεν έκανε διακρίσεις ηλικίας ή κοινωνικής θέσης, στοχεύοντας κορίτσια από οκτώ ετών έως ηλικιωμένες γυναίκες ογδόντα ετών. Ακόμα και γυναίκες που ανήκαν σε μειονότητες διωκόμενες από τους Ναζί, όπως Εβραίες ή κομμουνίστριες που υποδέχθηκαν τους Σοβιετικούς ως απελευθερωτές, δεν γλίτωσαν από την κτηνωδία των στρατιωτών.
Οι λόγοι πίσω από αυτή την ακραία συμπεριφορά ήταν σύνθετοι και βαθιά ριζωμένοι στα τραύματα του πολέμου. Η επιθυμία για εκδίκηση ήταν κυρίαρχη, καθώς οι Σοβιετικοί στρατιώτες είχαν δει τις οικογένειές τους και τη χώρα τους να καταστρέφονται από τη ναζιστική εισβολή, η οποία κόστισε τη ζωή σε 20 εκατομμύρια Σοβιετικούς πολίτες. Η σοβιετική προπαγάνδα συχνά ενθάρρυνε αυτή την οργή, παρουσιάζοντας τις Γερμανίδες ως «λάφυρα πολέμου» του νικητή. Επιπλέον, η εκτεταμένη κατανάλωση αλκοόλ και η ανοχή ή η αδυναμία των αξιωματικών να επιβάλουν την πειθαρχία δημιούργησαν ένα περιβάλλον ατιμωρησίας, όπου το έγκλημα έγινε μέρος της καθημερινότητας της κατοχής.
Η κληρονομιά αυτών των γεγονότων παρέμεινε για δεκαετίες ένα θέμα ταμπού, τόσο στην Ανατολική όσο και στη Δυτική Ευρώπη. Για τα θύματα, το τραύμα συνοδεύτηκε από βαθιά ντροπή και κοινωνικό στίγμα, ενώ πολλοί Γερμανοί άνδρες ένιωθαν ενοχές για την αδυναμία τους να προστατεύσουν τις γυναίκες τους. Η αναγνώριση αυτών των εγκλημάτων δεν αναιρεί τη φρίκη του ναζισμού ούτε την αναγκαιότητα της συμμαχικής νίκης, αλλά υπενθυμίζει ότι ο πόλεμος δεν είναι ποτέ μια απλή σύγκρουση καλού και κακού. Η ιστορική ωριμότητα απαιτεί να αναγνωρίζουμε ότι οι άμαχοι συχνά πληρώνουν το τίμημα για τα εγκλήματα των ηγετών τους, και ότι η δικαιοσύνη δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα από νέες αδικίες.