Ο «Σαλονικιός» αποτελεί ένα από τα πιο εμβληματικά τραγούδια του Στράτου Διονυσίου, όμως πίσω από τους στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου δεν κρύβεται ένας φανταστικός ήρωας, αλλά ένα υπαρκτό πρόσωπο που σφράγισε με τη δράση του τη νύχτα της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας. Ο Γιάννης Γκουλιόβας, ο άνθρωπος που ενέπνευσε το θρυλικό ζεϊμπέκικο, ήταν μια φιγούρα που ισορροπούσε ανάμεσα στον φόβο και τον θαυμασμό, αποτελώντας για χρόνια τον «πρύτανη» της παρανομίας και έναν από τους πιο διαβόητους νταήδες της εποχής του.
Γεννημένος στον Κολινδρό Πιερίας, ο Γκουλιόβας ήρθε από νωρίς σε επαφή με τον κόσμο της παραβατικότητας. Από την εφηβεία του κιόλας, οι συλλήψεις για κλοπές και η διαμονή σε αναμορφωτήρια έγιναν μέρος της καθημερινότητάς του, διαμορφώνοντας έναν σκληρό χαρακτήρα που δεν δίσταζε να επιβληθεί με τη βία. Η δράση του επικεντρώθηκε κυρίως στη Θεσσαλονίκη, από όπου πήρε και το προσωνύμιο «Σαλονικιός», και γρήγορα επεκτάθηκε σε εκβιασμούς, προστασία νυχτερινών κέντρων και παράνομο τζόγο, με το όνομά του να προκαλεί τρόμο σε όποιον τολμούσε να βρεθεί στον δρόμο του.
Η επιβλητική του εμφάνιση, με το χαρακτηριστικό βλέμμα και την τάση του να αφήνει το πιστόλι του πάνω στο τραπέζι των μαγαζιών που επισκεπτόταν, ενίσχυε τον μύθο του «άρχοντα» της νύχτας. Ωστόσο, η φήμη του δεν περιορίστηκε στα στενά όρια της συμπρωτεύουσας. Η απόφασή του να κατέβει στην Αθήνα στα μέσα της δεκαετίας του '70 αποδείχθηκε μοιραία. Εκεί, η δράση του συνεχίστηκε με την ίδια ένταση, ενώ το όνομά του συνδέθηκε με εκβιασμούς γνωστών καλλιτεχνών της εποχής, όπως της Μπέμπα Μπλανς, η οποία φέρεται να είχε ζητήσει προστασία από την αστυνομία λόγω των απειλών του.
Το τέλος του Γιάννη Γκουλιόβα γράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 1977, μετά από μια κινηματογραφική καταδίωξη και συμπλοκή με την αστυνομία στην Αθήνα. Ο θάνατός του σε ηλικία μόλις 42 ετών σήμανε το τέλος μιας ολόκληρης εποχής για τον ελληνικό υπόκοσμο. Παρόλο που ο ίδιος έφυγε από τη ζωή, το τραγούδι που κυκλοφόρησε χρόνια αργότερα, το 1985, σε μουσική Χρήστου Νικολόπουλου, κράτησε το προσωνύμιό του ζωντανό, μετατρέποντας τον «Σαλονικιό» από έναν σκληρό κακοποιό σε έναν αθάνατο λαϊκό θρύλο.