Η πολιορκία του Σαράγεβο, η μακροβιότερη πολιορκία πρωτεύουσας στη σύγχρονη ιστορία, άφησε πίσω της ανεξίτηλα σημάδια και ιστορίες που ξεπερνούν κάθε φαντασία. Ανάμεσα στις αναφορές για βομβαρδισμούς και ελεύθερους σκοπευτές, μια ιδιαίτερα ανατριχιαστική καταγγελία ήρθε στο φως της δημοσιότητας κατά τη διάρκεια των δικών για εγκλήματα πολέμου στη Χάγη το 2007. Ο Τζον Τζόρνταν, ένας Αμερικανός εθελοντής πυροσβέστης, κατέθεσε ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου υπήρχαν πλούσιοι ξένοι «τουρίστες» που πλήρωναν τεράστια ποσά για να μεταβούν στις γραμμές των Σέρβων και να πυροβολούν αμάχους για διασκέδαση.
Οι μαρτυρίες αυτές περιγράφουν μια αποτρόπαια δραστηριότητα, όπου άτομα από την Ιταλία, τις ΗΠΑ, τον Καναδά και τη Ρωσία φέρονται να συμμετείχαν σε ένα ιδιότυπο «σαφάρι ανθρώπων». Αυτοί οι «σκοπευτές-τουρίστες» φορούσαν συχνά έναν συνδυασμό πολιτικών και στρατιωτικών ρούχων και κρατούσαν εξαιρετικά ακριβό και ασυνήθιστο κυνηγετικό εξοπλισμό, που δεν ταίριαζε σε συνθήκες αστικής μάχης. Σύμφωνα με τις καταγγελίες, οι Σέρβοι ελεύθεροι σκοπευτές τους καθοδηγούσαν σε προνομιακές θέσεις στους λόφους γύρω από την πόλη, από όπου τα θύματα ήταν εύκολοι στόχοι, ενώ υπήρχαν ισχυρισμοί ότι το κόστος αυξανόταν αν ο στόχος ήταν παιδί.
Η δημοσιοποίηση αυτών των ισχυρισμών μέσα από το ντοκιμαντέρ «Sarajevo Safari» το 2022 προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και δίχασε την κοινή γνώμη στη Βοσνία. Ενώ πολλοί επιζώντες της πολιορκίας δήλωσαν ότι οι καταγγελίες δεν τους εκπλήσσουν, καθώς θυμούνται την ένταση των πυρών να αυξάνεται τα Σαββατοκύριακα από «πολεμιστές του Σαββατοκύριακου», η σερβική πλευρά αρνήθηκε κατηγορηματικά τις κατηγορίες, κάνοντας λόγο για προσβολή των θυμάτων και κατασκευασμένα ψέματα. Οι ερευνητές και οι δημοσιογράφοι που ασχολήθηκαν με το θέμα τονίζουν ότι, παρά τη δυσκολία απόδειξης τέτοιων εγκλημάτων δεκαετίες μετά, η ιστορία αυτή αναδεικνύει τα βαθύτατα σκοτάδια στα οποία μπορεί να πέσει η ανθρωπότητα σε περιόδους κρίσης.
Σήμερα, το Σαράγεβο παραμένει μια πόλη που προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές της, με τις τρύπες από τις σφαίρες στους τοίχους και τα μουσεία εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας να θυμίζουν το παρελθόν. Οι φήμες για τους «κυνηγούς ανθρώπων» προσθέτουν μια επιπλέον στρώση φρίκης σε μια ήδη τραγική περίοδο, ενώ οι δράστες αυτών των συγκεκριμένων πράξεων παραμένουν μέχρι σήμερα άγνωστοι. Η ιστορία αυτή αποτελεί μια διαρκή υπενθύμιση ότι ο πόλεμος μπορεί να μετατραπεί σε ένα πεδίο εκμετάλλευσης και αποκτήνωσης, όπου η ανθρώπινη ζωή χάνει κάθε αξία μπροστά στη δίψα για αδρεναλίνη και εξουσία.