Λιγότερο προβεβλημένο στην ιστορική μνήμη σε σύγκριση με το Άουσβιτς, το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Σόμπιμπορ αποτέλεσε έναν από τους πιο φρικιαστικούς πυλώνες της «Επιχείρησης Ράινχαρντ». Στόχος των Ναζί στα ανατολικά σύνορα της Πολωνίας ήταν η ολοκληρωτική εξόντωση των Εβραίων, και τα στοιχεία δείχνουν ότι το πέτυχαν με απόλυτη, διεστραμμένη ακρίβεια. Περίπου 350.000 άνθρωποι οδηγήθηκαν σε αυτό το κολαστήριο, όπου, σε αντίθεση με άλλα στρατόπεδα, δεν γινόταν καμία διαλογή για εργασία. Ο μόνος λόγος ύπαρξης του Σόμπιμπορ ήταν ο θάνατος, ο οποίος επερχόταν για τη συντριπτική πλειοψηφία των αφιχθέντων μέσα σε ελάχιστες ώρες.
Η διαδικασία της εξόντωσης ήταν σχεδιασμένη να παραπλανά τα θύματα μέχρι την τελευταία στιγμή. Ο αξιωματικός Χέρμαν Μίτσελ, συχνά ντυμένος στα λευκά για να θυμίζει γιατρό, υποδεχόταν τους κρατούμενους με καθησυχαστικές υποσχέσεις για εργασία σε άλλα σημεία. Ακολουθούσε ο εξευτελισμός του κουρέματος, η αφαίρεση των προσωπικών αντικειμένων και η τελική πορεία προς τους θαλάμους αερίων υπό το πρόσχημα ενός «μπάνιου». Η λεηλασία των τιμαλφών ήταν συστηματική, με τους Γερμανούς φρουρούς να απολαμβάνουν υψηλούς μισθούς και το «δικαίωμα» να κρατούν μέρος των κλοπιμαίων, καταπνίγοντας κάθε ίχνος ενοχής.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον απόλυτης απανθρωπιάς, ξεχώριζε η φιγούρα του υποδιοικητή Γκούσταφ Βάγκνερ, γνωστού και ως «Κτήνος». Ο Βάγκνερ, αντιπροσωπευτικό δείγμα της «Άριας» φυλής στην όψη αλλά με νοσηρό σαδισμό στην ψυχή, δολοφονούσε εν ψυχρώ κρατούμενους για ασήμαντες αφορμές. Η δράση του ήταν τόσο αδίστακτη που το όνομά του προκαλούσε μεγαλύτερο τρόμο και από αυτό του διοικητή Φραντς Στανγκλ. Ήταν μάλιστα ο άνθρωπος που ανέλαβε να εξαφανίσει κάθε στοιχείο του στρατοπέδου μετά την ιστορική εξέγερση των κρατουμένων, εκτελώντας ακόμη και τους τελευταίους μάρτυρες για να μην μείνει κανένα ίχνος της κόλασης πίσω του.
Μετά την ήττα της Γερμανίας, ο Βάγκνερ κατάφερε να διαφύγει στη Βραζιλία, όπου έζησε για δεκαετίες με ψεύτικη ταυτότητα. Παρά τη σύλληψη του συνεργάτη του, Στανγκλ, και τα αιτήματα έκδοσης από πολλές χώρες, οι βραζιλιάνικες αρχές αρνήθηκαν να τον παραδώσουν. Σε μια κυνική συνέντευξη στο BBC το 1978, ο Βάγκνερ δήλωσε αμετανόητος, περιγράφοντας το μαζικό έγκλημα ως «απλά μια δουλειά», ενώ τόνιζε πως τα βράδια του τα περνούσε πίνοντας και παίζοντας χαρτιά με άλλους αξιωματικούς, αδιαφορώντας για τη φρίκη που σκορπούσε την ημέρα.
Το τέλος του «Κτήνους» ήρθε το 1980, όταν βρέθηκε νεκρός με ένα μαχαίρι στο στήθος κοντά στο Σάο Πάολο. Αν και οι αρχές κατέγραψαν τον θάνατο ως αυτοκτονία, οι επιζώντες του Σόμπιμπορ που τον είχαν αναγνωρίσει πίστευαν πάντα ότι η τιμωρία δεν ήρθε από το δικό του χέρι. Ο θάνατός του έκλεισε ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της ανθρώπινης ιστορίας, αφήνοντας όμως για πάντα χαραγμένη στη μνήμη την ανάγκη να μην ξεχαστούν ποτέ τα θύματα που οι Ναζί προσπάθησαν να κάνουν «να μην έχουν υπάρξει ποτέ».