Η ιστορία των «Παιδιών-Λύκων» (Wolfskinder) αποτελεί ένα από τα πιο σπαρακτικά και λιγότερο γνωστά κεφάλαια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά τον βομβαρδισμό του Κένιξμπεργκ στην Ανατολική Πρωσία το 1944 και την προέλαση του Κόκκινου Στρατού το 1945, χιλιάδες γερμανόφωνα παιδιά βρέθηκαν ξαφνικά ορφανά, άστεγα και ολομόναχα μέσα στα ερείπια. Καθώς ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του, αυτά τα παιδιά έπρεπε να παλέψουν για την επιβίωσή τους σε ένα περιβάλλον απόλυτης καταστροφής, όπου οι σοβιετικές αρχές δεν έδειχναν κανένα έλεος προς τους απογόνους του ηττημένου εχθρού.
Πολλά από αυτά τα παιδιά, στην προσπάθειά τους να γλιτώσουν από την πείνα και τη βία, κατέφυγαν στα δάση της γειτονικής Λιθουανίας. Εκεί έλαβαν το όνομα «Παιδιά-Λύκοι», καθώς ζούσαν σε άγρια κατάσταση, κρύβονταν στις συστάδες των δέντρων και σχημάτιζαν ομάδες για να βρουν τροφή, κλέβοντας από αγροκτήματα ή ζητιανεύοντας από τους ντόπιους. Η ζωή τους ήταν ένας διαρκής αγώνας ενάντια στο κρύο, τις αρρώστιες και τον φόβο της σύλληψης από τις σοβιετικές αρχές, οι οποίες θεωρούσαν έγκλημα τη στέγαση ανεπίσημων Γερμανών προσφύγων.
Παρά τον κίνδυνο τιμωρίας, ορισμένες λιθουανικές οικογένειες έδειξαν ανθρωπιά και υιοθέτησαν κρυφά κάποια από αυτά τα παιδιά, αναγκάζοντάς τα όμως να αλλάξουν ταυτότητα και να ξεχάσουν τη μητρική τους γλώσσα για να επιβιώσουν. Τα παιδιά αυτά μεγάλωσαν ως Λιθουανοί, θάβοντας βαθιά μέσα τους το τραύμα της απώλειας της οικογένειάς τους και της πατρίδας τους. Πολλοί από αυτούς τους επιζώντες κατάφεραν να επανασυνδεθούν με συγγενείς τους στη Γερμανία μόνο μετά από δεκαετίες, μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης ή μέσω των προσπαθειών του Ερυθρού Σταυρού.
Η κληρονομιά των Wolfskinder παραμένει μια ζωντανή υπενθύμιση ότι τα μεγαλύτερα θύματα του πολέμου είναι συχνά εκείνα που δεν φέρουν καμία ευθύνη για αυτόν. Σήμερα, οι λιγοστοί επιζώντες, που βρίσκονται πλέον σε προχωρημένη ηλικία, συνεχίζουν να διηγούνται τις ιστορίες τους για να διασφαλίσουν ότι αυτή η τραγωδία δεν θα ξεχαστεί ποτέ. Η μοίρα τους συμβολίζει το τέλος μιας εποχής και την πλήρη διάλυση των κοινοτήτων της Ανατολικής Πρωσίας, αφήνοντας πίσω της μόνο μνήμες από μια χαμένη παιδική ηλικία μέσα στο σκοτάδι του πολέμου.