Η 30ή Ιανουαρίου του 1972 παραμένει μια από τις πιο σκοτεινές και αιματοβαμμένες σελίδες στη σύγχρονη ιστορία της Βόρειας Ιρλανδίας. Στην πόλη Ντέρι, μια ειρηνική πορεία για τα πολιτικά δικαιώματα μετατράπηκε σε πεδίο σφαγής, όταν Βρετανοί στρατιώτες του 1ου Συντάγματος Αλεξιπτωτιστών άνοιξαν πυρ εναντίον άοπλων πολιτών. Η ημέρα αυτή, που έμεινε γνωστή ως «Bloody Sunday» (Ματωμένη Κυριακή), δεν άφησε πίσω της μόνο 13 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες, αλλά πυροδότησε μια κλιμάκωση της βίας που θα διαρκούσε για δεκαετίες, αλλάζοντας οριστικά την πορεία των «Ταραχών» στην περιοχή.
Το Ντέρι εκείνης της εποχής αποτελούσε το επίκεντρο των δομικών διακρίσεων εις βάρος της καθολικής μειονότητας. Οι Καθολικοί ζούσαν υπό τον έλεγχο μιας προτεσταντικής πολιτικής ηγεσίας, αντιμετωπίζοντας αποκλεισμούς από την εργασία, ανεπαρκή στέγαση και μια αστυνομική δύναμη που τους αντιμετώπιζε με εχθρότητα. Οι διαμαρτυρίες για ίσα δικαιώματα και τον τερματισμό των αυθαίρετων συλλήψεων χωρίς δίκη είχαν ενταθεί, και η πορεία της 30ής Ιανουαρίου διοργανώθηκε ως μια πράξη ειρηνικής αντίστασης απέναντι στην καταπίεση. Παρά την απαγόρευση από τις αρχές, χιλιάδες άνθρωποι, ανάμεσά τους οικογένειες και έφηβοι, συγκεντρώθηκαν πιστεύοντας ότι η παρουσία δημοσιογράφων θα λειτουργούσε ως ασπίδα προστασίας.
Η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο όταν οι αλεξιπτωτιστές εισέβαλαν στην περιοχή του Μπόγκσαϊντ. Μέσα σε μόλις δέκα λεπτά χάους, οι στρατιώτες πυροβολούσαν ανθρώπους που προσπαθούσαν να διαφύγουν ή που βοηθούσαν τραυματίες, ενώ πολλοί από τους νεκρούς ήταν έφηβοι που πυροβολήθηκαν πισώπλατα ή ενώ σέρνονταν στο έδαφος για να σωθούν. Η εικόνα του ιερέα Έντουαρντ Ντέλι να κουνάει ένα αιματοβαμμένο λευκό μαντήλι, προσπαθώντας να μεταφέρει έναν ετοιμοθάνατο νεαρό σε ασφαλές σημείο, έγινε το παγκόσμιο σύμβολο της βαρβαρότητας εκείνης της ημέρας. Καμία απόδειξη δεν βρέθηκε ποτέ που να στηρίζει τον ισχυρισμό του στρατού ότι οι στρατιώτες δέχθηκαν πυρά ή απειλήθηκαν από βόμβες.
Για δεκαετίες, η επίσημη βρετανική εκδοχή προσπάθησε να συγκαλύψει την αλήθεια, υποστηρίζοντας ότι οι στρατιώτες ενήργησαν σε αυτοάμυνα. Χρειάστηκαν 38 χρόνια και μια εξαντλητική νέα έρευνα, η έκθεση Σάβιλ, για να αποκατασταθεί η αλήθεια το 2010. Το πόρισμα ήταν καταπέλτης: κανένας από τους νεκρούς δεν ήταν ένοπλος και η χρήση πραγματικών πυρών ήταν αδικαιολόγητη σε κάθε περίπτωση. Η δημόσια συγγνώμη του τότε Πρωθυπουργού Ντέιβιντ Κάμερον ήταν μια ιστορική αναγνώριση του εγκλήματος, όμως για τις οικογένειες των θυμάτων, ο αγώνας για πλήρη δικαιοσύνη και λογοδοσία των υπευθύνων παραμένει μια ανοιχτή πληγή που θυμίζει πώς η κρατική βία μπορεί να ριζοσπαστικοποιήσει ολόκληρες γενιές.