Το 1920, μια έρευνα στον χώρο της ψυχολογίας έμελλε να μείνει στην ιστορία όχι μόνο για τα συμπεράσματά της, αλλά κυρίως για τις αμφιλεγόμενες μεθόδους της. Ο ψυχολόγος John B. Watson και η συνεργάτιδά του Rosalie Rayner, εμπνευσμένοι από τις θεωρίες του Ivan Pavlov για την εξαρτημένη μάθηση στα ζώα, αποφάσισαν να εξετάσουν αν η ίδια διαδικασία μπορούσε να εφαρμοστεί στον άνθρωπο. Το «πειραματόζωό» τους ήταν ένα βρέφος μόλις εννέα μηνών, που έμεινε γνωστό στην επιστημονική βιβλιογραφία ως «Μικρός Άλμπερτ».
Η διαδικασία ξεκίνησε με την παρουσίαση διαφόρων ερεθισμάτων στο παιδί, όπως ένας λευκός αρουραίος, ένα κουνέλι και μια μαϊμού, τα οποία αρχικά δεν του προκαλούσαν κανέναν φόβο. Η ανατροπή ήρθε όταν οι ερευνητές άρχισαν να συνδέουν την επαφή του βρέφους με τον αρουραίο με έναν απότομο, εκκωφαντικό θόρυβο πίσω από το κεφάλι του. Ο τρόμος του παιδιού ήταν άμεσος και, μετά από μερικές επαναλήψεις, ο Άλμπερτ άρχισε να ξεσπά σε κλάματα μόνο και μόνο στη θέα του ζώου, έχοντας αναπτύξει έναν κλασικά εξαρτημένο φόβο.
Το πείραμα έδειξε ότι ο φόβος μπορούσε να γενικευτεί. Το βρέφος άρχισε να αντιδρά με πανικό όχι μόνο στον αρουραίο, αλλά και σε άλλα τριχωτά αντικείμενα ή ζώα, όπως ένας σκύλος ή ακόμη και μια μάσκα του Άη Βασίλη με λευκή γενειάδα. Ωστόσο, η έρευνα διακόπηκε απότομα όταν η μητέρα του παιδιού το απομάκρυνε από το νοσοκομείο, με αποτέλεσμα να μη γίνει ποτέ η διαδικασία «απεξάρτησης» και εξάλειψης των φόβων που του είχαν τεχνητά προκληθεί.
Σήμερα, το πείραμα του Μικρού Άλμπερτ θεωρείται το απόλυτο παράδειγμα προς αποφυγήν για τη σύγχρονη βιοηθική. Η σκόπιμη πρόκληση ψυχολογικού τραύματος σε ένα βρέφος που δεν μπορεί να συναινέσει παραβιάζει κάθε θεμελιώδη κανόνα δεοντολογίας. Επιπλέον, η επιστημονική του εγκυρότητα αμφισβητείται έντονα, καθώς τα συμπεράσματα προέκυψαν από τη μελέτη μίας και μόνο περίπτωσης, στερούμενα στατιστικής σημαντικότητας.
Το μυστήριο γύρω από την τύχη του παιδιού παρέμενε ζωντανό για δεκαετίες. Οι έρευνες διχάζονται ανάμεσα σε δύο πιθανότητες: ορισμένοι πιστεύουν πως ήταν ο Douglas Merritte, ο οποίος πέθανε σε ηλικία έξι ετών από υδροκεφαλισμό, ενώ άλλοι δείχνουν τον William Albert Barger, ο οποίος έζησε μέχρι τα γεράματά του, διατηρώντας όμως —σύμφωνα με μαρτυρίες συγγενών— μια ανεξήγητη αποστροφή προς τα ζώα.
Παρά τη σκοτεινή του φύση, το πείραμα αυτό παραμένει ένα από τα πιο σημαντικά μαθήματα στην ιστορία της ψυχολογίας. Υπενθυμίζει με τον πιο σκληρό τρόπο ότι η επιστημονική πρόοδος δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός και οφείλει πάντα να υποκλίνεται στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την προστασία της ευημερίας του ατόμου.