Ο Εθνικός Διχασμός αποτελεί μια από τις μελανότερες σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, σημαδεύοντας τη σύγκρουση μεταξύ των οπαδών του Ελευθέριου Βενιζέλου και του Βασιλιά Κωνσταντίνου Α’. Ενώ το 1916 η χώρα είχε χωριστεί στα δύο, με την «Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης» στη Θεσσαλονίκη και την επίσημη κυβέρνηση στην Αθήνα, η ένταση μεταφέρθηκε στην επαρχία. Η προσπάθεια της βενιζελικής πλευράς να επιβάλει υποχρεωτική στρατολογία οδήγησε σε βίαιες συγκρούσεις, με αποκορύφωμα την τραγωδία στην Απείρανθο της Νάξου.
Το χρονικό της σύγκρουσης
Τον Δεκέμβριο του 1916, δυνάμεις της «Προσωρινής Κυβέρνησης» αποβιβάστηκαν στις Κυκλάδες για να επιβάλουν το νέο καθεστώς. Ενώ τα περισσότερα χωριά της Νάξου υποτάχθηκαν, η ορεινή Απείρανθος προέβαλε σθεναρή αντίσταση. Οι Απειραθίτες, παραδοσιακά φιλοβασιλικοί, αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν τον Βενιζέλο, θεωρώντας την προσχώρηση «αλλαξοπιστία».
Η κατάσταση κλιμακώθηκε γρήγορα:
- Πολιορκία: Ο στρατός απέκλεισε το χωριό, εμποδίζοντας την τροφοδοσία σε άλευρα.
- Πρόκληση: Οι κάτοικοι, έχοντας στην κατοχή τους δυναμίτιδα από τα σμυριδορυχεία, απαντούσαν με εκρήξεις στον αέρα και χλευαστικά συνθήματα υπέρ του Βασιλιά.
- Τελεσίγραφο: Την 1η Ιανουαρίου 1917, ο επικεφαλής του αποσπάσματος, Δημήτριος Σαμαρτζής, έστειλε τελεσίγραφο ζητώντας την παράδοση των όπλων, το οποίο οι κάτοικοι απέρριψαν.
Η μαύρη Κυριακή: 2 Ιανουαρίου 1917
Το πρωί της επόμενης ημέρας, η κατάσταση κατέληξε σε λουτρό αίματος. Το τορπιλοφόρο «Θέτις» έριξε δύο βολές πυροβολικού προς το χωριό, ενώ οι στρατιώτες άνοιξαν πυρ ομαδόν με πολυβόλα από μικρή απόσταση. Το πυρ διήρκεσε 15 λεπτά, στρεφόμενο εναντίον ενός πλήθους που, σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες, ήταν ουσιαστικά άμαχο και δεν ανταπέδιδε με πυρά.
Ο απολογισμός της σφαγής:
- 32 νεκροί (ανάμεσά τους 12 γυναίκες, ορισμένες έγκυες, και 7 ανήλικα αγόρια).
- 44 τραυματίες, πολλοί από τους οποίους έμειναν ανάπηροι.
- Οι νεκροί τάφηκαν ομαδικά σε λάκκο έξω από το χωριό από τους ίδιους τους κατοίκους.
Η συγκάλυψη και η αποκάλυψη
Η σφαγή της Απειράνθου έμεινε στο σκοτάδι για πάνω από τρία χρόνια λόγω της αυστηρής λογοκρισίας που επέβαλλε το καθεστώς. Η αλήθεια ήρθε στο φως μόλις τον Απρίλιο του 1920, προκαλώντας σάλο στην κοινή γνώμη. Η κυβέρνηση Βενιζέλου αναγκάστηκε να καταθέσει νομοσχέδιο για την αποζημίωση των θυμάτων, όμως οι Απειραθίτες, πληγωμένοι και υπερήφανοι, αρνήθηκαν να δεχθούν τα επιδόματα, περιμένοντας δικαιοσύνη που δεν ήρθε ποτέ ουσιαστικά.
Η οπτική του Στρατιωτικού Διοικητή
Στην έκθεσή του, ο Στρατιωτικός Διοικητής Κυκλάδων, Νικόστρατος Καλομενόπουλος, παρουσίασε τα γεγονότα ως ένα «σκληρό αλλά επιβεβλημένο μάθημα» απέναντι σε ένα «ληστρικό και αναρχικό χωριό». Κατηγόρησε τους κατοίκους για κλοπές ποιμνίων και υποστήριξε ότι η βία ήταν η έσχατη λύση για την επιβολή της εθνικής ενότητας.
Η σφαγή της Απειράνθου παραμένει μέχρι σήμερα μια ανοιχτή πληγή στη συλλογική μνήμη της Νάξου, ένα τραγικό παράδειγμα του πού μπορεί να οδηγήσει ο φανατισμός και ο διχασμός μιας χώρας.