Η δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα στις 15 Μαρτίου 44 π.Χ., γνωστή ως οι Ειδές του Μαρτίου, παραμένει μία από τις πιο δραματικές στιγμές της παγκόσμιας ιστορίας. Το ερώτημα «Γιατί τα τελευταία λόγια του Ιουλίου Καίσαρα ήταν στα Ελληνικά;» απασχολεί εδώ και αιώνες ιστορικούς, φιλολόγους και λάτρεις της αρχαιότητας. Σύμφωνα με αρχαίες πηγές, ο Καίσαρας φέρεται να απευθύνθηκε στον Μάρκο Βρούτο με τη φράση «Καὶ σύ, τέκνον;» (Και εσύ, παιδί μου;), χρησιμοποιώντας την ελληνική γλώσσα αντί για τη λατινική. Αυτή η επιλογή δεν ήταν τυχαία, αλλά αποκαλύπτει βαθιά στοιχεία για την κουλτούρα της ρωμαϊκής ελίτ και τη δραματική φόρτιση της στιγμής.
Η σκηνή εκτυλίχθηκε στη Γερουσία, όπου ο Καίσαρας είχε φτάσει για μια τελευταία συνεδρίαση πριν από την προγραμματισμένη εκστρατεία του. Οι συνωμότες, με επικεφαλής τον Βρούτο και τον Κάσκα, είχαν οργανώσει προσεκτικά την επίθεση. Ο Τίλιος Κίμπερ πλησίασε πρώτος με πρόσχημα μια ικεσία για τον εξόριστο αδελφό του και άρπαξε τον χιτώνα του Καίσαρα, δίνοντας το σύνθημα. Ο Κάσκα κατάφερε το πρώτο χτύπημα στον λαιμό, ενώ ο Καίσαρας αντέδρασε άρπαζοντας το χέρι του και φωνάζοντας «Τι κάνεις, κακοίθε;». Οι υπόλοιποι συνωμότες όρμησαν, μαχαιρώνοντας τον δικτάτορα συνολικά 23 φορές, όπως διαπίστωσε αργότερα ο ιατρός Αντίστιος. Μόνο το δεύτερο χτύπημα στο στήθος ήταν θανατηφόρο.
Καθώς οι λεπίδες έπεφταν ασταμάτητα, ο Καίσαρας προσπάθησε να αμυνθεί, αλλά σύντομα λύγισε. Τραγική ειρωνεία: κατέρρευσε στη βάση του αγάλματος του Πομπήιου, του παλιού του αντιπάλου. Το αίμα του βάφτισε το βάθρο, δημιουργώντας την εντύπωση ότι ο Πομπήιος εκδικείτο μετά θάνατον. Ο Πλούταρχος περιγράφει πώς αυτή η εικόνα σφράγισε το τέλος μιας εποχής, ενώ ο Σουητώνιος και άλλοι ιστορικοί δίνουν λεπτομέρειες για την αιφνιδιαστική επίθεση.
Η σχέση του Καίσαρα με τον Βρούτο προσθέτει βάθος αρχαίας τραγωδίας. Ο Καίσαρας είχε μακροχρόνια σχέση με τη μητέρα του Βρούτου, τη Σερβίλια, και πολλοί φημολογούσαν ότι ο Βρούτος ήταν ίσως γιος του, αν και η ηλικιακή διαφορά καθιστά τη βιολογική πατρότητα απίθανη. Παρά ταύτα, ο Καίσαρας τον ευνοούσε: μετά τη μάχη των Φαρσάλων το 48 π.Χ. του χάρισε τη ζωή και του ανέθεσε σημαντικά αξιώματα, όπως τη διοίκηση της Κισσαλπικής Γαλατίας. Η προδοσία από αυτόν που θεωρούσε «παιδί» του έκανε την τελευταία στιγμή ακόμα πιο οδυνηρή.
Η φράση «Και συ, τέκνον;» αποδίδεται κυρίως από τον Σουητώνιο, ο οποίος αναφέρει ότι ο Καίσαρας μίλησε στα ελληνικά όταν είδε τον Βρούτο μεταξύ των δολοφόνων. Ο Πλούταρχος, από την άλλη, λέει ότι ο Καίσαρας δεν είπε τίποτα, αλλά τράβηξε την τήβεννο πάνω από το κεφάλι του. Ο Σουητώνιος και ο Κάσσιος Δίων αναφέρουν τη φράση ως φήμη από άλλες πηγές, ενώ ο Σαίξπηρ στο έργο του «Ιούλιος Καίσαρας» τη μετέτρεψε στην περίφημη λατινική «Et tu, Brute?» («Και εσύ, Βρούτε;»), που έγινε σύμβολο απόλυτης προδοσίας.
Η χρήση των ελληνικών δεν ήταν περίεργη για τον Καίσαρα. Η ρωμαϊκή αριστοκρατία λάμβανε ελληνική παιδεία και θεωρούσε τα ελληνικά γλώσσα του πολιτισμού, της φιλοσοφίας και των εκλεπτυσμένων συναισθημάτων – παρόμοια με τα γαλλικά στην Ευρώπη του 19ου αιώνα. Στις πιο φορτισμένες στιγμές, οι Ρωμαίοι ελίτ στρέφονταν στα ελληνικά για να εκφράσουν οικειότητα, δραματικότητα ή ακόμα και ειρωνεία. Η φράση «και συ» στην αρχαία ελληνική τραγωδία και κωμωδία μπορούσε να σημαίνει απειλή ή κατάρα («Και εσύ να έχεις την ίδια τύχη»), μετατρέποντας ίσως τα λόγια του Καίσαρα σε ύστατη πρόκληση αντί για παράπονο.
Σήμερα, η ερώτηση «Γιατί τα τελευταία λόγια του Ιουλίου Καίσαρα ήταν στα Ελληνικά;» μας υπενθυμίζει πόσο βαθιά ήταν η επιρροή του ελληνικού πολιτισμού στη Ρώμη. Πέρα από την ιστορική ακρίβεια, η φράση «Καὶ σύ, τέκνον;» ενσαρκώνει την τραγική διάσταση της εξουσίας, της εμπιστοσύνης και της προδοσίας, κάνοντας τον θάνατο του Καίσαρα αθάνατο σύμβολο.