Το καλοκαίρι του 1968, η πόλη της Έδεσσας έγινε το σκηνικό μιας από τις πιο αποτρόπαιες εγκληματικές πράξεις στην ιστορία της ελληνικής υπαίθρου. Σε μια εποχή που η ελληνική οικογένεια θεωρούνταν ιερή και απρόσβλητη, πίσω από τις κλειστές πόρτες ενός αγροτικού σπιτιού υφαίνονταν ένα σχέδιο εξόντωσης. Θύμα ήταν μια 28χρονη γυναίκα, μητέρα τριών παιδιών και έγκυος στον πέμπτο μήνα, η οποία βρέθηκε στο στόχαστρο της ίδιας της της οικογένειας εξ αγχιστείας. Το μίσος που σιγόβραζε μέσα στο σπίτι δεν άργησε να μετατραπεί σε μια ψυχρή συνωμοσία, με πρωταγωνιστές την πεθερά, την κουνιάδα και τον ίδιο τον σύζυγο της άτυχης γυναίκας.
Η ανατομία αυτού του εγκλήματος αποκαλύπτει μια σκοτεινή πραγματικότητα, όπου η νύφη αντιμετωπιζόταν ως ξένο σώμα και οικονομικό βάρος. Η 65χρονη πεθερά, ως η απόλυτη μητριάρχης του σπιτιού, σε συνεργασία με την ανύπαντρη κόρη της, φαίνεται πως έπεισαν τον αδύναμο χαρακτήρα του συζύγου ότι η μόνη λύση για να βρουν την «ησυχία» τους ήταν ο θάνατος της γυναίκας. Η απόφαση δεν πάρθηκε πάνω σε έναν καυγά, αλλά με ανατριχιαστική ηρεμία, επιλέγοντας ως μέσο το παραθείο, ένα ισχυρό φυτοφάρμακο που υπήρχε σε κάθε αγροτική αποθήκη. Ο θάνατος από παραθείο είναι μαρτυρικός, προκαλώντας εσωτερική φωτιά και ασφυξία, ενώ το θύμα διατηρεί τις αισθήσεις του μέχρι το τέλος.
Το σκηνικό της δολοφονίας μεταφέρθηκε από το σπίτι στο χωράφι, εκεί όπου η 28χρονη εργαζόταν κάτω από τον καυτό ήλιο. Ο σύζυγος της πρόσφερε το δηλητηριασμένο φαγητό, το οποίο η πεθερά είχε φροντίσει να «ποτίσει» με μεγάλη ποσότητα φυτοφαρμάκου. Τη στιγμή που το δηλητήριο άρχισε να καταστρέφει τον οργανισμό της, η γυναίκα συνειδητοποίησε την προδοσία. Τα τελευταία της λόγια, «Μ’ έκαψες, πεθερά…», έμελλε να στοιχειώσουν την οικογένεια και να αποτελέσουν την ταφόπλακα της. Μετά την πράξη, οι τρεις δράστες έθαψαν κρυφά τη σωρό και το αγέννητο παιδί στο χωράφι, λέγοντας στα παιδιά και στους γείτονες ότι η μητέρα τους εγκατέλειψε.
Η αλήθεια ήρθε στο φως τέσσερις μήνες αργότερα, χάρη στην επιμονή των συγγενών του θύματος και την παρέμβαση ενός νέου εισαγγελέα. Ο σύζυγος λύγισε κατά την ανάκριση και αποκάλυψε το σημείο ταφής, οδηγώντας στη σύλληψη και των τριών μελών της οικογένειας. Στη δίκη που ακολούθησε το 1969, η κοινωνία παρακολούθησε με κομμένη την ανάσα τις λεπτομέρειες της θηριωδίας. Η πιο συγκλονιστική στιγμή ήταν η κατάθεση της εννιάχρονης κόρης του ζευγαριού, η οποία ζήτησε να πάει σε ίδρυμα παρά να επιστρέψει στον πατέρα και τη γιαγιά της. Η καταδίκη των ενόχων έκλεισε την υπόθεση νομικά, αλλά άφησε μια ανοιχτή πληγή που υπενθυμίζει ότι το απόλυτο κακό μπορεί μερικές φορές να κρύβεται στο πιο οικείο περιβάλλον.