Υπάρχουν άνθρωποι που δεν χωράνε σε έναν τίτλο. Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ ήταν ιστορικός, πρύτανης, συγγραφέας, αλλά πάνω απ' όλα ήταν μια φωνή — καθαρή, «δωρική», αδιαπραγμάτευτη. Μια φωνή που μίλησε για αλήθειες τις οποίες πολλοί προτιμούσαν να αγνοούν.
Γεννημένη το 1926 στην Αθήνα από γονείς Μικρασιάτες, κουβαλούσε μέσα της τη μνήμη μιας Ελλάδας που χάθηκε και τη βεβαιότητα μιας Ελλάδας που μπορεί να ξαναβρεθεί — όχι στους χάρτες, αλλά στη συνείδηση. Για την ίδια, πατρίδα δεν ήταν ένα έδαφος. Ήταν μια «συγκίνηση», ένα κοινό ρίγος μπροστά στα ίδια ιδανικά.
Στο Παρίσι, εκεί όπου η Ευρώπη αναμετριέται με την ιστορία της, η Αρβελέρ δεν πήγε να μάθει μόνο — πήγε να διδάξει. Και δίδαξε κάτι που η Δύση είχε επιμελώς παραμερίσει: πως ο ευρωπαϊκός πολιτισμός δεν γεννήθηκε αυθόρμητα στη Φλωρεντία του 15ου αιώνα, αλλά κυοφορήθηκε επί αιώνες στην Κωνσταντινούπολη. Το Βυζάντιο, αυτή η «παρεξηγημένη αυτοκρατορία», βρήκε στο πρόσωπό της τον πιο ένθερμο και τεκμηριωμένο συνήγορο. Δεν είναι τυχαίο που ο Προκόπης Παυλόπουλος είπε πως η ιστορία του Βυζαντίου μετριέται πλέον σε δύο εποχές: «πριν την Ελένη και μετά την Ελένη».
Το 1976, σε ένα ίδρυμα 700 ετών, έγινε η πρώτη γυναίκα πρύτανης της Σορβόννης. Όχι ως εξαίρεση, αλλά ως αναπόφευκτη κατάκτηση μιας γυναίκας που δεν γνώριζε τη λέξη «υποχώρηση».
Και δεν υποχώρησε ποτέ. Ούτε όταν μίλησε για τα Γλυπτά του Παρθενώνα, αποκαλώντας «απατεωνιά» την υποτιθέμενη νομιμότητα της αρπαγής τους. Ούτε όταν υποστήριξε πως ο τάφος της Βεργίνας ανήκει στον Μέγα Αλέξανδρο, ρισκάροντας τη διαφωνία ολόκληρης αρχαιολογικής κοινότητας. Ούτε όταν, με αφοπλιστική ειλικρίνεια, είπε στους Έλληνες αυτό που δεν ήθελαν να ακούσουν: πως το μεγαλύτερο ελάττωμά τους είναι το διογκωμένο «εγώ».
Στο βιβλίο της «Από μένα αυτά…» έγραψε κάτι που μοιάζει με διαθήκη: η ψυχή είναι μια σκυτάλη που την περνάμε στους επόμενους όσο ακόμα ζούμε. Η δική της σκυτάλη βαραίνει από γνώση, τόλμη και μια ασυνήθιστη πίστη στον άνθρωπο.
Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ έφυγε. Αλλά κανείς που άφησε πίσω του τόσο φως δεν φεύγει πραγματικά. Μένει εκεί, στη σκυτάλη που τρέχει ακόμα — αν βρεθούν χέρια αρκετά γενναία να την κρατήσουν.
Αποστόλης Ζυμβραγάκης, Φιλόλογος M.Ed., Συγγραφέας