Η φράση «φταίει ο δάσκαλος» ή «φταίει η καθηγήτρια» έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια στο πιο εύκολο και ταυτόχρονα άδικο συμπέρασμα κάθε φορά που ένα δυσάρεστο περιστατικό ταράζει τη σχολική ζωή. Ενώ όλοι επιθυμούμε το σχολείο να αποτελεί έναν φωτεινό χώρο μάθησης και ασφάλειας, η πραγματικότητα που βιώνουν οι εκπαιδευτικοί πίσω από τη βιτρίνα είναι συχνά γεμάτη «γκρίζες ζώνες». Καθημερινά, στους συλλόγους διδασκόντων και σε προσωπικές συζητήσεις, αναπαράγονται ιστορίες για ατυχήματα, εντάσεις και περιστατικά βίας που αποδεικνύουν ότι η κανονικότητα που θεωρούμε δεδομένη είναι εξαιρετικά εύθραυστη.
Είναι καιρός να αντιληφθούμε ότι το σχολείο είναι πρωτίστως ένας εργασιακός χώρος με ιδιαίτερες απαιτήσεις και σοβαρούς κινδύνους. Συχνά παρουσιάζεται στη δημόσια σφαίρα ως ένα περιβάλλον που λειτουργεί αποκλειστικά με βάση την ηθική υποχρέωση, παραγνωρίζοντας τη σωματική και ψυχική φθορά των ανθρώπων που εργάζονται εκεί. Οι εκπαιδευτικοί δεν είναι απλοί παρατηρητές, αλλά οι πρώτοι που καλούνται να παρέμβουν σε τραυματισμούς, συγκρούσεις μαθητών ή λεκτικές επιθέσεις, αναλαμβάνοντας μια ευθύνη που ξεπερνά κατά πολύ τα στενά όρια της διδασκαλίας.
Η εφημερία αποτελεί ίσως την πιο απαιτητική και υποτιμημένη διάσταση του εκπαιδευτικού έργου. Στο προαύλιο και στους διαδρόμους, ο εκπαιδευτικός λειτουργεί ως ένας ζωντανός αισθητήρας κινδύνου, προσπαθώντας να προλάβει εντάσεις πριν αυτές κλιμακωθούν. Το ερώτημα της κοινωνίας «πού ήταν ο εκπαιδευτικός;» θα έπρεπε να συνοδεύεται από το ερώτημα «πόσοι εκπαιδευτικοί ήταν διαθέσιμοι για εκατοντάδες παιδιά;». Η έλλειψη προσωπικού και οι μεγάλες σχολικές μονάδες καθιστούν την επιτήρηση μια συνεχή άσκηση πρόβλεψης και διαχείρισης κρίσεων σε πραγματικό χρόνο.
Η σχολική βία και η επιθετική συμπεριφορά, που συχνά περιλαμβάνει και εντάσεις με γονείς, αποτελούν συμπτώματα μιας βαθύτερης κοινωνικής κρίσης. Ο εκπαιδευτικός βρίσκεται εγκλωβισμένος ανάμεσα στην ανάγκη να διατηρήσει την τάξη και στην απαίτηση να λειτουργήσει ως ψυχολόγος ή κοινωνικός λειτουργός, χωρίς όμως να διαθέτει τα απαραίτητα θεσμικά εργαλεία. Όταν η πίεση μετατοπίζεται αποκλειστικά στον διδάσκοντα, χάνεται η ουσία της συζήτησης για τη στελέχωση και την ουσιαστική υποστήριξη που χρειάζεται η σχολική κοινότητα.
Ακόμα και οι σχολικές εκδρομές, που για τους μαθητές είναι στιγμές χαράς, για τους εκπαιδευτικούς αποτελούν συνθήκες υψηλού ρίσκου. Η ευθύνη για την υγεία και την ασφάλεια δεκάδων παιδιών σε εξωτερικούς χώρους, χωρίς σαφή πρωτόκολλα και επαρκείς συνοδούς, μετατρέπει μια όμορφη ανάμνηση σε μια εξουθενωτική εργασιακή εμπειρία. Σε αντίθεση με άλλα επαγγέλματα, τα εργατικά ατυχήματα ή τα σοβαρά περιστατικά στο σχολείο συχνά δεν καταγράφονται συστηματικά, με αποτέλεσμα να μην παράγεται η απαραίτητη γνώση για την πρόληψή τους στο μέλλον.
Για να αλλάξει αυτή η κατάσταση, απαιτείται ψυχραιμία και θεσμική σοβαρότητα. Χρειαζόμαστε σαφή πρωτόκολλα διαχείρισης κρίσεων, ενίσχυση των σχολείων με εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό, όπως ψυχολόγους, και μια νέα κουλτούρα συνεργασίας μεταξύ γονέων και εκπαιδευτικών. Η αντοχή των ανθρώπων που κρατούν το σχολείο όρθιο δεν είναι ανεξάντλητη. Οφείλουμε να τους προσφέρουμε το πλαίσιο ασφάλειας και σεβασμού που δικαιούνται, διασφαλίζοντας ότι ο χώρος της γνώσης θα παραμείνει ένας χώρος εμπιστοσύνης για όλους.