Το 1915 σηματοδότησε μια ιστορική στιγμή για τον ελληνικό κινηματογράφο, καθώς προβλήθηκε η πρώτη γνωστή ταινία μεγάλου μήκους στη χώρα: η «Γκόλφω». Βασισμένη στο δημοφιλές βουκολικό δράμα του Σπυρίδωνα Περεσιάδη, η βουβή και ασπρόμαυρη αυτή παραγωγή γυρίστηκε το 1914 και έφερε για πρώτη φορά την ελληνική φουστανέλα και την αγροτική ζωή στη μεγάλη οθόνη, θέτοντας τα θεμέλια για ένα ολόκληρο είδος.
Η πλοκή περιστρέφεται γύρω από την όμορφη αλλά φτωχή βοσκοπούλα Γκόλφω, που ερωτεύεται βαθιά τον Τάσο. Ο έρωτάς τους δοκιμάζεται από κοινωνικές πιέσεις, προξενιά και την απληστία. Ο Τάσος, επηρεασμένος από τον πλούσιο Κίτσο και τις συμβάσεις της εποχής, εγκαταλείπει την αγαπημένη του. Συντετριμμένη, η Γκόλφω αυτοκτονεί, ενώ ο Τάσος, γεμάτος τύψεις, ακολουθεί το ίδιο τραγικό μονοπάτι. Το έργο, με τις ρομαντικές και δραματικές του διαστάσεις, αντλεί από την παράδοση και τα ήθη της ελληνικής υπαίθρου, κάνοντάς το αιώνιο αγαπημένο στο ελληνικό θέατρο, όπου συνεχίζει να παίζεται αδιάκοπα από θιάσους σε όλη την Ελλάδα.
Τα γυρίσματα έγιναν στην ελληνική ύπαιθρο, καθώς τότε δεν υπήρχαν οργανωμένα στούντιο. Περίπου 100 άτομα συμμετείχαν στην παραγωγή, με τους ηθοποιούς να προέρχονται κυρίως από τα «μπουλούκια» – περιφερόμενους θιάσους της επαρχίας που είχαν ήδη ερμηνεύσει το έργο στη σκηνή. Η Βιργινία Διαμάντη ενσάρκωσε τη Γκόλφω, ο Διονύσης Βενιέρης (ή Βαρβέρης) τον Τάσο, η Χρυσάνθη Κοντοπούλου την Αστέρω (μητέρα της Γκόλφως), ενώ δευτερεύοντες ρόλους ανέλαβαν ηθοποιοί όπως οι Βελισσαρίου, Λαζαρίδης και Βεντούρας.
Η σκηνοθεσία αποδίδεται στον Κωνσταντίνο (ή Κώστα) Μπαχατώρη, ο οποίος ήταν και ο παραγωγός, ενώ η επίβλεψη και η τεχνική υποστήριξη ήρθε από έμπειρους συνεργάτες, όπως ο οπερατέρ Φίλιππος Μαρτέλλι από τη Μασσαλία. Ο Μπαχατώρης επένδυσε 100.000 δραχμές – ένα αστρονομικό ποσό για την εποχή – αλλά τα έσοδα δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει τα κινηματογραφικά του σχέδια.
Η πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1915 στον κινηματογράφο «Πάνθεον» στην πλατεία Ομονοίας. Πριν από το κοινό, έγινε ειδική προβολή για καλλιτέχνες, δημοσιογράφους, τον πρίγκιπα Νικόλαο, τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο και τον ίδιο τον τυφλό συγγραφέα Σπυρίδωνα Περεσιάδη. Οι κριτικές του Τύπου ήταν ενθουσιώδεις: η «Νέα Ελλάς» εξήρε τη φυσικότητα των τοπίων και τον ρεαλισμό, η «Εστία» μίλησε για έργο «πρώτης τάξεως» παρά τις τεχνικές δυσκολίες, ενώ η «ΣΚΡΙΠ» αναγνώρισε την πρωτοπορία, σημειώνοντας τις προκλήσεις της μετάβασης από το θέατρο στην κάμερα και εκφράζοντας ελπίδα για μελλοντική βελτίωση.
Η ταινία προβλήθηκε όχι μόνο σε Αθήνα, Πειραιά, Πάτρα, Θεσσαλονίκη και Ηράκλειο, αλλά και σε ελληνικές κοινότητες της Αιγύπτου (Αλεξάνδρεια, Κάιρο, Ζαγιαζίκ), ενώ μαρτυρίες αναφέρουν προβολές και στο Παρίσι. Το κοινό ενθουσιάστηκε από την αυθεντική απεικόνιση της υπαίθρου, των παραδοσιακών ενδυμασιών και των φυσικών τοπίων, όπως δάση, ποτάμια και ορεινά μονοπάτια.
Η επιτυχία της «Γκόλφω» γέννησε ένα νέο είδος: τις ταινίες «φουστανέλας», με θέματα από την αγροτική και βουκολική ζωή, τα ήθη και τα έθιμα της ελληνικής επαρχίας. Αυτές οι παραγωγές κυριάρχησαν για δεκαετίες, αντλώντας έμπνευση από την παράδοση και την αυθεντικότητα.
Σαράντα χρόνια αργότερα, το 1955, η Finos Film παρουσίασε το ριμέικ της «Γκόλφω», σε σκηνοθεσία και σενάριο του Ορέστη Λάσκου. Με σύγχρονα τεχνικά μέσα, ήχο και μουσική του Τάκη Μωράκη, η ταινία προβλήθηκε στις 28 Μαρτίου 1955. Πρωταγωνίστησαν η Αντιγόνη Βαλάκου ως Γκόλφω, ο Νίκος Καζής ως Τάσος, μαζί με γνωστούς ηθοποιούς όπως οι Μίμης Φωτόπουλος, Κώστας Χατζηχρήστος, Θόδωρος Μορίδης, Κυβέλη Θεοχάρη, Βύρων Πάλλης, Ρίτα Μουσούρη και Γιώργος Γληνός. Το ριμέικ αυτό σηματοδότησε τη μετάβαση σε μια πιο ολοκληρωμένη ηχητική αφήγηση, όπου η μουσική ενίσχυε το συναίσθημα και την ατμόσφαιρα.
Η «Γκόλφω» του 1915, παρόλο που δεν σώζεται πλέον, παραμένει ορόσημο στην ιστορία του ελληνικού σινεμά. Άνοιξε τον δρόμο για την ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής, καθιέρωσε την εικόνα της φουστανέλας στον κινηματογράφο και αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για γενιές δημιουργών, αποδεικνύοντας ότι ακόμα και με περιορισμένα μέσα, η ελληνική ψυχή μπορεί να μεταφερθεί δυναμικά στη μεγάλη οθόνη.