Το ουσιαστικό ζητούμενο στις μέρες μας δεν είναι απλώς η υπεράσπιση ή η απόρριψη ενός συγκεκριμένου εκπαιδευτικού μοντέλου. Το κρίσιμο στοίχημα είναι η διασφάλιση ότι οποιαδήποτε αλλαγή δεν θα απομακρύνει την παιδεία από τον θεμελιώδη σκοπό της: να διευρύνει τις δυνατότητες για όλους τους μαθητές και όχι να περιορίζει την πρόσβαση στη γνώση. Οι Πανελλαδικές εξετάσεις, παρά την κριτική που δέχονται, υπήρξαν για δεκαετίες ένας θεσμός με βαρύ συμβολισμό, λειτουργώντας ως μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας που έδινε την ευκαιρία σε παιδιά από κάθε αφετηρία να διεκδικήσουν ένα καλύτερο μέλλον.
Σήμερα, το τοπίο αυτό αλλάζει δραστικά και περιπλέκεται. Η θεσμοθέτηση του Διεθνούς Απολυτηρίου (International Baccalaureate - IB) στα δημόσια σχολεία, η δυναμική είσοδος επενδυτικών κεφαλαίων στην ιδιωτική εκπαίδευση και η διαρκής συζήτηση για το σύστημα εισαγωγής στα πανεπιστήμια γεννούν βαθιά κοινωνικά ερωτήματα. Το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας ανοίγει πλέον τις πόρτες των δημόσιων Γενικών Λυκείων στο πρόγραμμα του IB, εξισώνοντας τους τίτλους σπουδών του με το ελληνικό απολυτήριο, μια κίνηση που ενδέχεται να δημιουργήσει σχολεία δύο ταχυτήτων.
Το Δημόσιο Σχολείο και η Πρόκληση του Διεθνούς Απολυτηρίου
Η είσοδος του IB σε 13 δημόσιες σχολικές μονάδες μπορεί να φαντάζει ως μια προοδευτική επιλογή, όμως εγείρει σοβαρές αμφιβολίες για την κοινωνική της ουδετερότητα. Το κόστος συμμετοχής, οι ξενόγλωσσες εξετάσεις και τα έξοδα πιστοποίησης δημιουργούν ένα οικονομικό φράγμα που δεν είναι εύκολο να ξεπεραστεί από όλες τις οικογένειες. Υπάρχει ο κίνδυνος να δούμε εντός του ίδιου δημόσιου κτιρίου μια «προνομιούχα» τάξη μαθητών του IB να συνυπάρχει με την «παραδοσιακή» τάξη του εθνικού απολυτηρίου, ενισχύοντας τις ανισότητες αντί να τις αμβλύνει.
Συχνά, τα προβλήματα των Πανελλαδικών εξετάσεων χρησιμοποιούνται ως όχημα για να νομιμοποιηθούν αυτές οι αλλαγές. Ενώ η κριτική στον θεσμό των εξετάσεων είναι συχνά δίκαιη, το ερώτημα παραμένει: προς ποια κατεύθυνση κινείται η αντικατάστασή τους; Αν οι νέες διαδρομές πρόσβασης —Πανελλαδικές, παράλληλα απολυτήρια και διεθνή προγράμματα— καταλήξουν να ευνοούν κυρίως όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα, τότε η εκπαίδευση κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια αγορά υπηρεσιών αντί για έναν χώρο κοινωνικών προοπτικών.
Η Επενδυτική «Απόβαση» και το Μέλλον της Παιδείας
Η αυξανόμενη παρουσία επενδυτικών funds στην ιδιωτική εκπαίδευση προσθέτει μια επιπλέον παράμετρο στη συζήτηση. Η ΟΙΕΛΕ επισημαίνει ότι η στροφή μεγάλων ιδιωτικών σχολείων προς ξένους επενδυτές συνδέεται άμεσα με το πρόγραμμα IB, το οποίο βλέπουν ως γέφυρα για συνεργασίες με ιδιωτικά πανεπιστήμια ή ακόμα και για τη δημιουργία δικών τους ανώτατων δομών. Όταν η γλώσσα της επένδυσης κυριαρχεί επί της παιδείας, η εκπαίδευση παύει να είναι οικογενειακό σχέδιο και κοινωνική προσδοκία, και γίνεται πεδίο χρηματοοικονομικής δραστηριότητας.
Το νέο εκπαιδευτικό περιβάλλον μοιάζει πλέον με ένα σύνθετο μωσαϊκό από διαφορετικά μονοπάτια και επιλογές. Η μεγάλη πρόκληση για την πολιτεία είναι πώς θα διατηρήσει την αίσθηση της δικαιοσύνης σε ένα τόσο διαφοροποιημένο σύστημα. Κάθε μεταρρύθμιση στην πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση αγγίζει ένα ευαίσθητο νεύρο της ελληνικής κοινωνίας, γιατί αφορά το μέλλον και την υπαρξιακή επένδυση χιλιάδων οικογενειών.
Στο τέλος της ημέρας, το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι απλό και αμείλικτο: Το σχολείο που οικοδομούμε σήμερα, για ποια παιδιά ανοίγει δρόμους και για ποια τους στενεύει; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει όχι μόνο το επίπεδο των σπουδών, αλλά και την ποιότητα της ίδιας της κοινωνίας μας στα χρόνια που έρχονται.