Η ιστοριογραφία για την περίοδο της Κατοχής στην Ελλάδα έχει εστιάσει παραδοσιακά στις θηριωδίες των Γερμανών και τη σκληρή δράση των Βουλγάρων στον Βορρά. Ωστόσο, η ιταλική παρουσία παρέμενε για χρόνια στο ημίφως, με τις αναφορές να είναι συχνά αποσπασματικές. Αυτό το κενό έρχεται να καλύψει ο Paolo Fonzi, Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Νάπολης, μέσα από το βιβλίο του «Η Ιταλική Κατοχή της Ελλάδας (1941-1943)». Το έργο αυτό, που βασίζεται σε πρόσφατα προσβάσιμα ιταλικά αρχεία και προλογίζεται από τον κορυφαίο ιστορικό Χάγκεν Φλάισερ, φωτίζει τη στρατηγική του ιταλικού φασισμού και τα εγκλήματα πολέμου που διαπράχθηκαν επί ελληνικού εδάφους.
Η Μάχη της Μερίτσας: Η ταπεινωτική ήττα των Ιταλών
Πριν από τη μεγάλη τραγωδία στο Δομένικο, ένα καθοριστικό γεγονός έλαβε χώρα στη Δυτική Θεσσαλία. Τον Φεβρουάριο του 1943, η ιταλική φρουρά της Καλαμπάκας επιχείρησε να επιτάξει ζώα από το χωριό Μερίτσα (σημερινή Οξύνεια). Η άρνηση των κατοίκων, που ακολουθούσαν τις εντολές των ανταρτών, οδήγησε σε αποστολή 250 Ιταλών στρατιωτών για αντίποινα. Εκεί, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ έστησαν ενέδρα, προκαλώντας βαριές απώλειες στην ιταλική Μεραρχία Πινερόλο, με δεκάδες νεκρούς και εκατοντάδες αιχμαλώτους.
Το εντυπωσιακό στοιχείο της μάχης αυτής ήταν η μεταχείριση των αιχμαλώτων. Παρά τη σκληρότητα του πολέμου, οι αντάρτες παρείχαν ιατρική περίθαλψη και τροφή στους Ιταλούς, αφήνοντάς τους ελεύθερους την επόμενη μέρα με στρατιωτικές τιμές. Ο Fonzi σημειώνει πως υπήρχαν ενδείξεις για εντολές που διαχώριζαν τους Ιταλούς από τους Γερμανούς, ελπίζοντας στην προσχώρησή τους στην Αντίσταση. Ωστόσο, για την ιταλική ηγεσία, η ήττα αυτή ήταν ένα πλήγμα στο κύρος της, το οποίο αποφάσισε να αποκαταστήσει με τον πιο βάρβαρο τρόπο.
Το Ολοκαύτωμα στο Δομένικο: Μια πράξη τυφλής βίας
Η σφαγή στο Δομένικο της Ελασσόνας, που έλαβε χώρα στις 16 και 17 Φεβρουαρίου 1943, αποτελεί το μεγαλύτερο ιταλικό έγκλημα στην Ελλάδα. Μετά από μια επίθεση ανταρτών σε ιταλική αυτοκινητοπομπή κοντά στο χωριό, οι Ιταλοί Μελανοχίτωνες και τμήματα της Μεραρχίας Πινερόλο περικύκλωσαν την περιοχή. Παρόλο που οι κάτοικοι του Δομένικου δεν είχαν καμία συμμετοχή στη συμπλοκή και ήταν γνωστοί ως φιλήσυχοι, οι κατακτητές πυρπόλησαν το χωριό και συγκέντρωσαν τον πληθυσμό στην πλατεία.
Η τραγωδία κορυφώθηκε όταν οι άνδρες χωρίστηκαν από τα γυναικόπαιδα. Με εντολή του Διοικητή Τσέζαρε Μπενέλι, οι Ιταλοί εκτέλεσαν μαζικά τους αμάχους. Ο αριθμός των νεκρών υπολογίζεται στους 140, συμπεριλαμβανομένων κατοίκων από γειτονικά χωριά που βρέθηκαν τυχαία στον δρόμο των στρατευμάτων. Μόνο έξι άνθρωποι κατάφεραν να γλιτώσουν από το εκτελεστικό απόσπασμα, είτε δραπετεύοντας μέσα από το πυκνό δάσος είτε επειδή καλύφθηκαν από τις σορούς των συνανθρώπων τους.
Η ατιμωρησία των υπευθύνων και η ιστορική δικαίωση
Παρά το μέγεθος της θηριωδίας, η δικαιοσύνη δεν αποδόθηκε ποτέ ουσιαστικά. Οι υπεύθυνοι της σφαγής, όπως ο Αντισυνταγματάρχης Αντόνιο ντι Πάουλο και ο Μπενέλι, όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν αλλά προτάθηκαν και για επαίνους. Η ιταλική δικαιοσύνη άνοιξε φάκελο για την υπόθεση μόλις το 2012, μόνο και μόνο για να τον θέσει στο αρχείο επειδή όλοι οι κατηγορούμενοι είχαν πλέον πεθάνει. Η μοναδική «δικαιοσύνη» που εφαρμόστηκε τότε ήταν η σύλληψη και καταδίκη σε θάνατο του Έλληνα Μοίραρχου Νικόλαου Μπάμπαλη, ο οποίος είχε το θάρρος να διαμαρτυρηθεί στους Ιταλούς για τη σφαγή.
Ο Χάγκεν Φλάισερ επισημαίνει ότι τέτοιες ενέργειες πήγαζαν από ένα βαθύ σύμπλεγμα κατωτερότητας των Ιταλών αξιωματικών, οι οποίοι προσπαθούσαν να ξεπλύνουν την ντροπή των ηττών τους στο αλβανικό μέτωπο στρεφόμενοι κατά αμάχων. Σήμερα, μέσα από τη μελέτη των αρχείων, η θυσία του Δομένικου αναγνωρίζεται ως ένα από τα πιο σκληρά παραδείγματα της κατοχικής βίας, υπενθυμίζοντας ότι ο φασισμός, ανεξαρτήτως εθνικότητας, οδηγεί πάντα στην απώλεια της ανθρωπιάς.