Η Κίνα του σήμερα αποτελεί μια παγκόσμια υπερδύναμη με ραγδαία οικονομική ανάπτυξη, όμως η πορεία της στον 20ό αιώνα σημαδεύτηκε από περιόδους ακραίας δοκιμασίας. Μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της κινεζικής ιστορίας καταγράφηκε μεταξύ 1958 και 1962, κατά τη διάρκεια της προσπάθειας του Μάο Τσε Τουνγκ για τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Αυτό που ονομάστηκε επίσημα «Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός», κατέληξε να μείνει στην παγκόσμια ιστορία ως ο Μεγάλος Κινεζικός Λιμός, μια καταστροφή που κόστισε τη ζωή σε δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους.
Το πολιτικό υπόβαθρο και η γέννηση ενός φιλόδοξου σχεδίου
Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας ιδρύθηκε το 1949 και σύντομα ξεκίνησε μια προσπάθεια μετασχηματισμού της κοινωνίας σε σοσιαλιστικό πρότυπο. Το πρώτο πενταετές πλάνο εκβιομηχάνισης (1953) ακολούθησε το σοβιετικό μοντέλο, ενώ η ύπαιθρος οργανώθηκε σε κοοπερατίβες. Το 1958, ο Μάο, επιδιώκοντας να ξεπεράσει σε παραγωγή τη Μεγάλη Βρετανία μέσα σε λίγα χρόνια, ξεκίνησε το «Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός». Το σχέδιο προέβλεπε τη συγχώνευση των αγροτικών ενώσεων σε τεράστια κοινόβια, με στόχο την ταυτόχρονη αύξηση της γεωργικής και βιομηχανικής παραγωγής.
Η μοιραία εμμονή με την παραγωγή χάλυβα
Επηρεασμένος από τη σταλινική ιδεολογία, ο Μάο έθεσε ως προτεραιότητα τη βαριά βιομηχανία. Δεκάδες εκατομμύρια αγρότες εγκατέλειψαν τα χωράφια τους κατόπιν διαταγής για να αφοσιωθούν στην παραγωγή χάλυβα. Κατασκευάστηκαν πρωτόγονοι φούρνοι στις αυλές των σπιτιών και οι άνθρωποι έλιωναν ακόμη και τα μαγειρικά τους σκεύη για να πιάσουν τους στόχους παραγωγής. Το αποτέλεσμα ήταν τραγικό: αντί για ποιοτικό χάλυβα, παρήχθη άχρηστος χυτοσίδηρος, ενώ οι σοδειές σάπιζαν στα χωράφια λόγω έλλειψης εργατικών χεριών.
Ψευδείς αναφορές και η εκστρατεία κατά των «τεσσάρων παρασίτων»
Για να φανεί η επιτυχία του προγράμματος, οι τοπικοί αξιωματούχοι έστελναν στο Πεκίνο κατασκευασμένες αναφορές για σοδειές-ρεκόρ. Το κράτος, βασισμένο σε αυτά τα ψευδή στοιχεία, απαλλοτρίωνε τεράστιες ποσότητες σιτηρών για τις πόλεις και τις εξαγωγές, αφήνοντας τους αγρότες χωρίς τροφή. Ταυτόχρονα, εφαρμόστηκαν ψευδοεπιστημονικές θεωρίες, όπως το «βαθύ όργωμα» και η εκστρατεία κατά των «τεσσάρων παρασίτων» (μύγες, κουνούπια, αρουραίοι και σπουργίτια). Η μαζική εξόντωση των σπουργιτιών διέκοψε την οικολογική ισορροπία, προκαλώντας επιδρομές εντόμων που κατέστρεψαν ό,τι είχε απομείνει από τις καλλιέργειες.
Οι συνέπειες του λιμού και οι αναφορές για κανιβαλισμό
Η κατάσταση σύντομα ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Οι άνθρωποι έφτασαν στο σημείο να τρώνε φλοιούς δέντρων, χώμα, ακόμη και να καταφεύγουν στον κανιβαλισμό για να επιβιώσουν. Υπάρχουν συγκλονιστικές μαρτυρίες για γονείς που έτρωγαν τα παιδιά τους, ενώ οι αποθήκες του κράτους ήταν γεμάτες με σιτηρά προορισμένα για εξαγωγή. Παρά τις επιστολές διαμαρτυρίας, η λογοκρισία και οι διώξεις των διανοουμένων απέκρυπταν την πραγματικότητα από την ηγεσία ή την ανάγκαζαν να την αγνοεί, μέχρι που η δημογραφική κατάρρευση έγινε ολοφάνερη.
Ο τραγικός απολογισμός σε ανθρώπινες ζωές
Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων παραμένει αντικείμενο έρευνας, καθώς τα κινεζικά αρχεία άνοιξαν μόνο μερικώς τα τελευταία χρόνια. Ενώ η επίσημη θέση της Κινεζικής Ακαδημίας Επιστημών το 1989 έκανε λόγο για 15 εκατομμύρια θανάτους από «υποσιτισμό», νεότερες μελέτες ανεξάρτητων ιστορικών ανεβάζουν τον αριθμό κατακόρυφα. Ο Frank Dikotter εκτιμά τους νεκρούς σε 45 εκατομμύρια, ενώ ο ιστορικός Yu Xiguang, μετά από πολυετή έρευνα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι 55 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους λόγω του λιμού και της κρατικής βίας.
Το τέλος μιας αποτυχημένης πολιτικής
Η τραγωδία άρχισε να υποχωρεί μετά το 1961, όταν το καθεστώς αναγνώρισε το αδιέξοδο. Τα ακραία μέτρα τερματίστηκαν, η Κίνα άρχισε να εισάγει σιτηρά από τον Καναδά και την Αυστραλία και η αγροτική παραγωγή επέστρεψε σε πιο ορθολογικά πλαίσια. Χρειάστηκαν όμως δεκαετίες για να επουλωθούν οι πληγές μιας περιόδου όπου η ιδεολογική εμμονή και ο κρατικός σχεδιασμός συγκρούστηκαν με τη λογική, προκαλώντας μια από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές καταστροφές του 20ού αιώνα.