Στα τέλη του 19ου αιώνα, η Αθήνα δεν προσπαθούσε απλώς να διασκεδάσει· φιλοδοξούσε να αναδειχθεί στο απόλυτο κέντρο του καρναβαλιού στην Ανατολή. Με το σύνθημα «η σκυθρωπότητα είναι προσωπείο της βλακείας», οι Αθηναίοι της εποχής, υπό την καθοδήγηση πνευματικών ανθρώπων όπως ο Βλάσης Γαβριηλίδης, έβγαιναν στους δρόμους για να αποδείξουν ότι το γέλιο είναι το στοιχείο που διακρίνει τον άνθρωπο.
Το καρναβάλι των γειτονιών: Πλάκα, Ψυρρή και Βάθεια
Ενώ οι «πτωχοαλαζόνες» της εποχής προσπαθούσαν να μιμηθούν τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής, ο «αληθής λαός» στις λαϊκές γειτονιές έστηνε το δικό του αυθεντικό πανηγύρι. Από τις δέκα το πρωί, οι δρόμοι γέμιζαν με:
- Περικλέτους: Που με τις ευφυολογίες τους προκαλούσαν ακράτητα γέλια.
- Φασουλήδες: Που δέχονταν τα πειράγματα των καρναβαλιστών.
- Σχοινοβάτες και παλιάτσους: Που χρησιμοποιούσαν τραπέζια καφενείων για να επιδείξουν την ευλυγισία τους, περιμένοντας τη «χάλκινη βροχή» από πεντάρες που έπεφταν από τα μπαλκόνια.
Το έθιμο της «γκαμήλας» και ο θίασος του κάρρου
Το πιο εμβληματικό δρώμενο της εποχής ήταν η περιφορά της γκαμήλας. Στις αυλές και τις μάνδρες του Ψυρρή, ομάδες ανθρώπων προετοίμαζαν με μεράκι το «θηρίο» από λινάτσα και μουντζουρωμένα χειρόγραφα.
«Μη φοβείσθε, είναι γκαμήλα», έγραφαν οι εφημερίδες, περιγράφοντας τους ηθοποιούς που άφηναν τα καπηλειά για να γυμναστούν και να ετοιμάσουν τον θίασο του κάρρου.
Το κάρρο, συρόμενο από έναν αδύναμο ημίονο, σταματούσε κάθε εκατό βήματα, επαναλαμβάνοντας την ίδια κωμική σκηνή υπό τους αλαλαγμούς των παιδιών που το ακολουθούσαν.
Η μουσική που «έπνιγε» την πόλη
Η ατμόσφαιρα ήταν ένας συνδυασμός θορύβου και μελωδίας. Τα «κλειδοκύμβαλα» (πιάνα) από τα αρχοντικά και οι «πολυόργανοι μουσικές» από τους δρόμους κάλυπταν τα πάντα. Μέσα σε αυτόν τον χαμό, μόλις που ξεχώριζε η γλυκιά φωνή της εργάτριας που τραγουδούσε το παλιό αττικό δίστιχο: «Σαν της Πεντέλης το νερό που πάει ρέμα-ρέμα...»
Ένας ανταγωνισμός πολυτελείας και φτώχειας
Ο αποκριάτικος πυρετός ξεκινούσε συχνά από τον Δεκέμβριο, με τις γειτονιές να ερίζουν για το ποια θα προσελκύσει τον Βασιλιά Καρνάβαλο ή ακόμα και την επίσκεψη του πραγματικού Βασιλιά. Ενώ το Σύνταγμα και η οδός Κοραή διεκδικούσαν την αίγλη, οι μάνδρες στου Ψυρρή με τους ασβεστωμένους τοίχους παρέμεναν η καρδιά της αυθεντικής αθηναϊκής Αποκριάς.
Η προσπάθεια της Αθήνας να γίνει το «Καρναβάλι της Ανατολής» δεν ήταν μόνο μια ανάγκη για τουριστική προβολή, αλλά μια βαθιά επιθυμία των κατοίκων της να ξορκίσουν τη δυστυχία μέσα από την ευθυμία, την οποία θεωρούσαν μια παρεξηγημένη αλλά τεράστια δύναμη.