Υπάρχουν στιγμές στην ελληνική εγκληματολογία που, παρά τη σφοδρότητά τους, παραμένουν θαμμένες στη λήθη του χρόνου. Μία από αυτές τις περιπτώσεις είναι η πολύνεκρη τραγωδία που εκτυλίχθηκε στο χωριό Παλαιομονάστηρο Τρικάλων στις 28 Ιουνίου 1981. Εννέα άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους μέσα σε λίγα λεπτά, σε ένα από τα πιο άγρια μακελειά που γνώρισε ποτέ η χώρα, κι όμως η υπόθεση αυτή δεν έλαβε ποτέ τη δημοσιότητα που της αναλογούσε με βάση τον αριθμό των θυμάτων της.
Ο δράστης και ταυτόχρονα το τελευταίο θύμα αυτής της υπόθεσης ήταν ένας 48χρονος πατέρας δύο παιδιών, ο οποίος έπασχε από σοβαρή ψυχική νόσο. Παρά το γεγονός ότι είχε νοσηλευτεί στο παρελθόν σε κρατικά ιδρύματα, εκείνο το βράδυ βρισκόταν στο σπίτι του. Τίποτα δεν προμήνυε το κακό που θα ακολουθούσε, καθώς λίγες ώρες πριν το περιστατικό έπαιζε χαρτιά με φίλους του στο καφενείο της πλατείας, δείχνοντας φαινομενικά ήρεμος.
Το Χρονικό της Παραφοράς και οι Πρώτες Εκτελέσεις
Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε γύρω στις 22:00, όταν ο 48χρονος επέστρεψε στο σπίτι του. Μετά από έναν σύντομο ύπνο, ξύπνησε σε κατάσταση έντονης διέγερσης, ζητώντας από τη γυναίκα του να του δώσει το «καλό του παντελόνι», ενώ την προειδοποίησε να πάρει τα παιδιά και να φύγει γιατί «απόψε θα σκοτωθεί». Αμέσως μετά, έκαψε τα υπόλοιπα ρούχα του, πήρε μια καραμπίνα που είχε ως δώρο από συγγενή του και βγήκε στον δρόμο.
Η πρώτη που προσπάθησε να τον σταματήσει ήταν η μητέρα του, η οποία αντιλήφθηκε αμέσως την κρίση που περνούσε ο γιος της. Δυστυχώς, ο δράστης, σε κατάσταση πλήρους αμόκ, σκότωσε πρώτα τον 67χρονο πατέρα του και στη συνέχεια πυροβόλησε τη μητέρα του, η οποία υπέκυψε αργότερα στο νοσοκομείο. Χωρίς ίχνος επαφής με την πραγματικότητα, εισέβαλε στο διπλανό σπίτι και εκτέλεσε τον παππού και τη γιαγιά του, ηλικίας 86 και 78 ετών, τους οποίους προφανώς δεν αναγνώρισε καν.
Η Σάρωση του Χωριού και το Τραγικό Τέλος
Ο 48χρονος συνέχισε την αιματηρή του πορεία στο χωριό, πυροβολώντας αδιακρίτως. Ένας θείος του και η σύζυγός του, καθώς και ένας γείτονας που προσπάθησε να τον αφοπλίσει με την πειθώ, έπεσαν νεκροί από τα πυρά του. Το τελευταίο του θύμα ήταν η ίδια του η γυναίκα, την οποία εντόπισε στην αυλή του κουμπάρου τους. Μετά από έναν σύντομο, παραληρηματικό διάλογο, την πυροβόλησε θανάσιμα, ολοκληρώνοντας τον κύκλο του αίματος μέσα στην οικογένειά του.
Το μόνο ίχνος ανθρωπιάς ή ίσως μια στιγμιαία αναλαμπή συνείδησης καταγράφηκε όταν επέστρεψε στο σπίτι του και βρήκε τα δύο του παιδιά, 10 και 12 ετών. Παρά τον τρόμο τους και τις παρακλήσεις τους, ο πατέρας τους δεν τα πείραξε. Λίγα λεπτά αργότερα, έστρεψε το όπλο στον εαυτό του και έβαλε τέλος στη ζωή του, έχοντας ρίξει συνολικά 15 σφαίρες που κόστισαν τη ζωή σε εννέα ανθρώπους.
Η υπόθεση έκλεισε με μια τραγική ειρωνεία που αποτυπώθηκε στον Τύπο της εποχής: λίγες εβδομάδες μετά, η δικαιοσύνη αποφάσισε να επιστραφεί η καραμπίνα του εγκλήματος στα δύο ορφανά παιδιά, ώστε να βγει σε πλειστηριασμό και να συγκεντρωθούν χρήματα για την επιβίωσή τους. Η ιστορία του Παλαιομονάστηρου παραμένει μια σκληρή υπενθύμιση των συνεπειών που μπορεί να έχει η ανεπαρκής διαχείριση της ψυχικής υγείας και η πρόσβαση σε οπλισμό.