Τον Φεβρουάριο του 1965, η ήσυχη και αριστοκρατική γειτονιά του Ελληνικού έγινε το σκηνικό μιας από τις πιο ανατριχιαστικές υποθέσεις στην ιστορία του ελληνικού εγκλήματος. Μέσα στην ασφάλεια μιας επιβλητικής έπαυλης, ένας επιφανής 65χρονος μεγαλοδικηγόρος και η νεαρή κόρη του έπεσαν θύματα μιας τυφλής εκδικητικής μανίας. Η υπόθεση, που έμεινε γνωστή ως «η ματωμένη βίλα», ξεκίνησε με τον ξερό κρότο ενός όπλου μέσα στη νύχτα και ολοκληρώθηκε με μια σπαρακτική κραυγή απόγνωσης από τη νεαρή κοπέλα, η οποία πριν ξεψυχήσει κατάφερε να κατονομάσει τον ένοχο με τη φράση που πάγωσε το πανελλήνιο: «Βοήθεια, ο άντρας της παραδουλεύτρας μας σκοτώνει».
Η ρίζα του κακού δεν βρισκόταν σε κάποιον άγνωστο εισβολέα, αλλά σε έναν άνθρωπο της απολύτου εμπιστοσύνης, τον 50χρονο κουμπάρο του δικηγόρου και σύζυγο της επί σειρά ετών υπηρέτριας του σπιτιού. Ο δράστης, ένας άνθρωπος βυθισμένος στον κόσμο των ναρκωτικών με βαρύ ποινικό παρελθόν, έβλεπε τη σύζυγό του ως κτήμα του. Όταν εκείνη, εξαντλημένη από τα χρόνια της κακοποίησης και του τρόμου, βρήκε το θάρρος να ζητήσει διαζύγιο με τη νομική στήριξη του εργοδότη της, ο 50χρονος μετέτρεψε τον δικηγόρο στον απόλυτο εχθρό του. Το κίνητρο δεν ήταν το ερωτικό πάθος, αλλά το μίσος για τον άνθρωπο που τόλμησε να υψώσει ένα νομικό τείχος προστασίας γύρω από το θύμα του.
Το σχέδιο της δολοφονίας εκτελέστηκε με παγερή μεθοδικότητα. Ο δράστης παραμόνευε επί ώρες έξω από τη βίλα μέσα σε ένα νοικιασμένο αυτοκίνητο, περιμένοντας τη στιγμή που οι ένοικοι θα ήταν πιο ευάλωτοι. Όταν εισέβαλε στο σπίτι, πυροβόλησε τον ηλικιωμένο δικηγόρο σχεδόν εξ επαφής στο μάτι, ενώ εκείνος κρατούσε ακόμη τα γυαλιά του στο χέρι, ανυποψίαστος για την επίθεση. Στη συνέχεια, δεν δίστασε να στρέψει το όπλο του προς τη νεαρή κόρη που έτρεξε να βοηθήσει τον πατέρα της, πυροβολώντας τη δύο φορές στο στήθος για να μην αφήσει πίσω του κανέναν μάρτυρα της αποτρόπαιης πράξης του.
Στη δίκη που ακολούθησε, ο δράστης προσπάθησε να στήσει μια θεατρική παράσταση, υποδυόμενος τον «φονιά από έρωτα» και ισχυριζόμενος ότι έδρασε σε κατάσταση άμυνας ή σύγχυσης. Ωστόσο, τα ιατροδικαστικά ευρήματα και η συγκλονιστική κατάθεση της συζύγου του κατέρριψαν κάθε ψέμα. Παρά την προμελέτη και την αγριότητα του διπλού φονικού, το δικαστήριο της εποχής δεν επέβαλε τη θανατική ποινή, καταδικάζοντάς τον σε πολυετή κάθειρξη. Η «ματωμένη βίλα» του Ελληνικού παραμένει μέχρι σήμερα ένα σκοτεινό σύμβολο, υπενθυμίζοντας ότι η οικειότητα μπορεί μερικές φορές να αποτελέσει τον πιο επικίνδυνο δούρειο ίππο για την ανθρώπινη ζωή.