Κατά τη διάρκεια του Τρίτου Ράιχ, η γερμανική ιατρική, η οποία μέχρι τότε θεωρούνταν παγκόσμιος ηγέτης με πολυάριθμα βραβεία Νόμπελ, υπέστη μια ριζική και εφιαλτική μεταλλαγή. Με την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού, το ιατρικό επάγγελμα ενσωματώθηκε στον κρατικό μηχανισμό, με περίπου το 45% των γιατρών να γίνονται μέλη του ναζιστικού κόμματος έως το 1939. Η ιατρική έπαψε να υπηρετεί τη θεραπεία και προσανατολίστηκε στις ανάγκες του ολοκληρωτικού πολέμου, εξετάζοντας τα όρια της ανθρώπινης αντοχής υπό ακραίες συνθήκες.
Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως το Νταχάου, το Άουσβιτς και το Ράβενσμπρουκ, μετατράπηκαν σε εργαστήρια χωρίς κανέναν ηθικό ή εξωτερικό έλεγχο. Οι κρατούμενοι έπαψαν να αντιμετωπίζονται ως άνθρωποι και αναφέρονταν στα επίσημα έγγραφα ως "πειραματόζωα" (Versuchspersonen), ενώ ο θάνατός τους καταγραφόταν απλώς ως μέρος της εξέλιξης του πειράματος. Τα πειράματα περιλάμβαναν:
- Έκθεση σε ακραίο κρύο: Για να διαπιστωθεί πόσο μπορούσαν να επιβιώσουν οι πιλότοι που έπεφταν στην παγωμένη θάλασσα.
- Πειράματα μεγάλου υψομέτρου: Μελέτη της στέρησης οξυγόνου για τις ανάγκες της αεροπορίας (Luftwaffe).
- Διαχείριση σωμάτων: Η ιατρική επικεντρώθηκε στο πόσο μπορούσε να "διασπαστεί" ένας οργανισμός πριν εξαφανιστεί οριστικά.
Η γνώση που αποκτήθηκε από αυτές τις φρικαλεότητες ήταν στις περισσότερες περιπτώσεις επιστημονικά άχρηστη και αποσπασματική. Η πραγματική λειτουργία αυτών των διαδικασιών ήταν η απόλυτη εργαλειοποίηση του ανθρώπινου σώματος, το οποίο έπαψε να είναι "κάποιος" και έγινε "κάτι". Ο κρατούμενος αντιμετωπιζόταν ως ένας χρησιμοποιήσιμος οργανισμός που, μόλις σταματούσε να αντιδρά, εξαλειφόταν χωρίς δισταγμό.
Συμπερασματικά, το ναζιστικό σύστημα δεν βασίστηκε απλώς σε "τρελούς γιατρούς", αλλά σε μια κανονικοποιημένη μέθοδο διαχειριζόμενης καταστροφής, όπου η εξάλειψη της ανθρώπινης υπόστασης έκανε κάθε κτηνωδία δυνατή.