Η ιστορία της οργάνωσης Ούστασε αποτελεί μια από τις πιο σκοτεινές και βίαιες περιόδους των Βαλκανίων κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Ούστασε ήταν ένα φασιστικό κίνημα που είχε ως στόχο τη δημιουργία ενός "καθαρού" κροατικού κράτους, ελεύθερου από Σέρβους, Εβραίους και Ρομά. Με την υποστήριξη της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας, εγκαθίδρυσαν το Ανεξάρτητο Κράτος της Κροατίας το 1941, εφαρμόζοντας μια πολιτική τρόμου που σόκαρε ακόμα και τους ίδιους τους Γερμανούς συμμάχους τους λόγω της πρωτοφανούς αγριότητάς της. Η επίσημη γραμμή τους για τον σερβικό πληθυσμό ήταν απλή και τρομακτική: το ένα τρίτο θα έπρεπε να απελαθεί, το ένα τρίτο να προσηλυτιστεί βίαια στον καθολικισμό και το υπόλοιπο ένα τρίτο να εξοντωθεί.
Η κλιμάκωση της βίας οδήγησε στη δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης και θανάτου, με πιο διαβόητο αυτό του Γιασένοβατς. Εκεί, οι δολοφονίες δεν γίνονταν με βιομηχανικές μεθόδους όπως στους θαλάμους αερίων των Ναζί, αλλά χειροκίνητα, με τη χρήση γεωργικών εργαλείων και μαχαιριών. Οι μαρτυρίες αναφέρουν φρικιαστικές λεπτομέρειες για ακρωτηριασμούς και βασανιστήρια, ενώ διοργανώνονταν ακόμα και "διαγωνισμοί" μεταξύ των φρουρών για το ποιος θα μπορούσε να σφάξει τους περισσότερους κρατούμενους σε μια νύχτα. Ιδιαίτερα αποτρόπαιο ήταν το γεγονός ότι υπήρχαν ειδικά στρατόπεδα συγκέντρωσης αποκλειστικά για παιδιά, όπου χιλιάδες ανήλικοι πέθαναν από την πείνα, τις αρρώστιες ή την άμεση βία των φρουρών.
Παρά τη φρίκη των πράξεών τους, ο ηγέτης των Ούστασε, Άντε Πάβελιτς, κατάφερε να διαφύγει μετά τον πόλεμο. Με τη βοήθεια δικτύων φυγάδων, βρήκε καταφύγιο αρχικά στην Αργεντινή και αργότερα στην Ισπανία, όπου και πέθανε το 1959 χωρίς να λογοδοτήσει ποτέ για τα εγκλήματά του ενώπιον της δικαιοσύνης. Η αντίσταση κατά των Ούστασε και των δυνάμεων του Άξονα προήλθε κυρίως από τους Παρτιζάνους του Τίτο και τους Τσέτνικ, οι οποίοι παρά τις εσωτερικές τους συγκρούσεις, κατάφεραν να αποδυναμώσουν το καθεστώς. Η αγριότητα των Ούστασε λειτούργησε τελικά ως καταλύτης για τη μαζική υποστήριξη των αντιστασιακών κινημάτων από τον τοπικό πληθυσμό.
Σήμερα, οι εκτιμήσεις για τον αριθμό των θυμάτων της γενοκτονίας κυμαίνονται από 300.000 έως και πάνω από 700.000 ανθρώπους, ανάλογα με τις πηγές. Η μνήμη αυτών των γεγονότων παραμένει μια ανοιχτή πληγή στην περιοχή, καθώς υπάρχουν ακόμα φωνές που επιχειρούν να αρνηθούν ή να υποβαθμίσουν τα εγκλήματα των Ούστασε. Η κατανόηση αυτής της περιόδου είναι απαραίτητη για να αντιληφθούμε τους κινδύνους του ακραίου εθνικισμού και της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, υπενθυμίζοντας μας ότι η ιστορία δεν πρέπει να λησμονείται, ώστε να μην επαναληφθούν ποτέ ξανά τέτοιες θηριωδίες.