Η υπόθεση του Κυριάκου Παπαχρόνη αποτελεί ένα από τα πιο σοκαριστικά κεφάλαια της εγκληματικής ιστορίας στην Ελλάδα, καθώς συνδυάζει τη βία με ένα βαθύ αίσθημα κοινωνικής ανασφάλειας. Γεννημένος το 1975 στη Δράμα, ο Παπαχρόνης μεγάλωσε σε μια φαινομενικά φυσιολογική οικογένεια, όμως από νωρίς παρουσίασε δυσκολίες στην κοινωνική του προσαρμογή. Παρά την απομόνωσή του, κατάφερε να ακολουθήσει καριέρα αξιωματικού στον ελληνικό στρατό, μια θέση που απαιτούσε αυστηρή πειθαρχία, η οποία όμως δεν στάθηκε ικανή να συγκρατήσει τις βίαιες ψυχολογικές του εξάρσεις.
Η εγκληματική του δράση ξεκίνησε το 1981 με σεξουαλικές επιθέσεις στη Θεσσαλονίκη, οι οποίες σύντομα επεκτάθηκαν σε πόλεις της βόρειας Ελλάδας, όπως η Δράμα, η Καβάλα και η Λάρισα. Ο Παπαχρόνης ομολόγησε αργότερα ότι έβλεπε τις γυναίκες ως πηγή κακού, μια πεποίθηση που πήγαζε από βαθιά ριζωμένη απογοήτευση και αισθήματα μειονεξίας. Η κλιμάκωση της βίας του ήταν ραγδαία, οδηγώντας το 1982 στη διάπραξη δύο φρικτών δολοφονιών. Οι επιθέσεις του, που συχνά περιλάμβαναν τη χρήση αιχμηρών αντικειμένων, τρομοκράτησαν το κοινό, με τα μέσα ενημέρωσης να του προσδίδουν το προσωνύμιο "Δράκος".
Η σύλληψή του το 1982, μετά από μια αποτυχημένη επίθεση όπου το θύμα κατάφερε να διαφύγει, έθεσε τέλος στον τρόμο. Κατά τη διάρκεια της δίκης του το 1983, ο Παπαχρόνης προσπάθησε να δικαιολογήσει τις πράξεις του επικαλούμενος το μίσος του για τις γυναίκες, όμως το δικαστήριο τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη για τις δολοφονίες και τους βιασμούς. Η εικόνα του ως ενός επικίνδυνου και αμετανόητου εγκληματία εδραιώθηκε στην κοινή γνώμη, παρά τις μεταγενέστερες προσπάθειές του να δείξει μεταμέλεια μέσα από τη συμμετοχή του σε προγράμματα ψυχολογικής υποστήριξης.
Μετά από 22 χρόνια εγκλεισμού, ο Παπαχρόνης αποφυλακίστηκε το 2004, γεγονός που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από τις οικογένειες των θυμάτων και οργανώσεις δικαιωμάτων. Αν και ο ίδιος δήλωσε πως ντρέπεται που ζει ανάμεσα στην κοινωνία, πολλοί πίστευαν ότι η ποινή του δεν ήταν επαρκής για τη βαρύτητα των εγκλημάτων του. Μετά την αποφυλάκισή του, επέλεξε να κρατήσει χαμηλό προφίλ, αποφεύγοντας κάθε δημοσιότητα. Η υπόθεσή του παραμένει ένα οδυνηρό μάθημα για την ανάγκη κατανόησης των ψυχολογικών προφίλ των εγκληματιών και για το τραύμα που μπορεί να αφήσει μια τόσο βίαιη δράση σε ολόκληρη την κοινωνία.