Υπάρχουν ορισμένες λέξεις που διαθέτουν μια δική τους, σχεδόν μαγική αύρα, καθώς καταφέρνουν να περιγράψουν συναισθήματα ή καταστάσεις που όλοι έχουμε βιώσει, αλλά δυσκολευόμαστε να ονομάσουμε. Η λέξη serendipity ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία. Είναι ένας όρος που, ενώ ακούγεται συχνά σε διεθνές επίπεδο, παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα "αινίγματα" για τους μεταφραστές, καθώς η ουσία της δεν χωράει εύκολα σε μία μόνο λέξη της δικής μας γλώσσας.
Η ιστορία αυτής της ιδιαίτερης λέξης μας γυρίζει πίσω στις 28 Ιανουαρίου 1754. Εκείνη την ημέρα, ο Άγγλος συγγραφέας Horace Walpole τη χρησιμοποίησε για πρώτη φορά σε μια επιστολή του. Δεν ήταν μια λέξη που βρήκε σε κάποιο λεξικό της εποχής, αλλά ένα δικό του γλωσσικό δημιούργημα. Ο Walpole ένιωσε την ανάγκη να πλάσει έναν νέο όρο για να περιγράψει ένα φαινόμενο που οι υπάρχουσες λέξεις της αγγλικής γλώσσας αδυνατούσαν να αποδώσουν με ακρίβεια.
Με πολύ απλά λόγια, serendipity είναι η ικανότητα ή το γεγονός του να ανακαλύπτεις κάτι πολύτιμο ή ευχάριστο ενώ στην πραγματικότητα ψάχνεις για κάτι εντελώς διαφορετικό. Δεν πρόκειται για την τυφλή τύχη, όπως αυτή του λαχείου, ούτε για μια απλή σύμπτωση. Είναι εκείνη η φωτεινή στιγμή που ένα τυχαίο γεγονός οδηγεί σε κάτι σημαντικό, επειδή ακριβώς ο άνθρωπος που το βιώνει είναι ανοιχτός και έτοιμος να το παρατηρήσει.
Στην καθημερινότητά μας, το serendipity μπορεί να εμφανιστεί με πολλές μορφές. Μπορεί να είναι μια λαμπρή ιδέα που γεννιέται ενώ ασχολείστε με κάτι εντελώς άσχετο, ένα βιβλίο που έπεσε τυχαία στα χέρια σας και άλλαξε τον τρόπο σκέψης σας ή μια αναπάντεχη γνωριμία που εξελίχθηκε σε μια καθοριστική σχέση ζωής. Είναι η ομορφιά του απρογραμμάτιστου που τελικά αποδεικνύεται ουσιαστικό.
Η δυσκολία στη μετάφραση της λέξης είναι παροιμιώδης. Στα ελληνικά συχνά χρησιμοποιούμε εκφράσεις όπως "ευτυχής σύμπτωση" ή "τυχαία ανακάλυψη", όμως καμία δεν αποδίδει πλήρως το βάθος του όρου. Δεν είναι τυχαίο ότι το 2004 η λέξη serendipity ψηφίστηκε ως μία από τις δέκα πιο δύσκολες αγγλικές λέξεις προς μετάφραση παγκοσμίως. Η δυσκολία της δεν έγκειται στην πολυπλοκότητα, αλλά στο γεγονός ότι περιγράφει μια λεπτή, καθαρά ανθρώπινη εμπειρία που συνδυάζει την τύχη με την οξυδέρκεια.
Παρά τα μεταφραστικά εμπόδια, η λέξη ταξίδεψε και υιοθετήθηκε από πολλές γλώσσες σχεδόν αυτούσια. Τη συναντάμε συχνά στον κόσμο της επιστήμης, της τέχνης και της επιχειρηματικότητας, καθώς πολλές από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις της ανθρωπότητας έγιναν χάρη σε αυτήν. Οι δημιουργοί τους δεν βρήκαν απαραίτητα αυτό που έψαχναν, αλλά είχαν την ικανότητα να προσέξουν κάτι ασυνήθιστο που οι άλλοι θα προσπερνούσαν.
Ακόμα κι αν δεν χρησιμοποιούμε τον όρο στην καθημερινή μας ομιλία, όλοι έχουμε ζήσει στιγμές serendipity. Είναι εκείνες οι αναλαμπές που δεν είχαν προγραμματιστεί σε κανένα ημερολόγιο, κι όμως έδωσαν νέο νόημα στην πορεία μας. Ίσως γι’ αυτό η λέξη που πρωτογράφτηκε το 1754 παραμένει τόσο επίκαιρη: γιατί μας θυμίζει ότι οι καλύτερες στιγμές της ζωής συχνά μας βρίσκουν εκείνες που δεν τις περιμένουμε.