Το πρωινό της 6ης Αυγούστου 1945 ξεκίνησε ως μια συνηθισμένη μέρα για τους 350.000 κατοίκους της Χιροσίμα, ενός σημαντικού βιομηχανικού και στρατιωτικού κέντρου της Ιαπωνίας. Οι άνθρωποι ετοίμαζαν το πρωινό τους, οι εργαζόμενοι πήγαιναν στις δουλειές τους και τα παιδιά ετοιμάζονταν για τη μέρα τους. Στις 8:15 το πρωί, ο ουρανός εξερράγη σε μια τυφλωτική λευκή λάμψη που κατάπιε τα πάντα. Δεν υπήρχε η συνηθισμένη στριγκλιά των βομβών, παρά μόνο μια εκκωφαντική έκρηξη που ισοπέδωσε κτίρια και εξαφάνισε ολόκληρες γειτονιές σε δευτερόλεπτα, αφήνοντας πίσω της μια απόλυτη, απόκοσμη σιωπή και μια πύρινη ομίχλη.
Οι επιζώντες, γνωστοί αργότερα ως "χιμπακούσα", βρέθηκαν ξαφνικά σε έναν εφιάλτη που κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει. Άνθρωποι που βρίσκονταν κοντά στο επίκεντρο εξαϋλώθηκαν ακαριαία, ενώ όσοι ήταν λίγο πιο μακριά βρέθηκαν θαμμένοι κάτω από συντρίμμια, με το δέρμα τους καμένο και τα ρούχα τους κουρελιασμένα. Η φρίκη δεν περιοριζόταν στην άμεση καταστροφή. Πολλοί επιζώντες περιέγραψαν μια απόκοσμη εικόνα ανθρώπων που περπατούσαν σαν σκιές, με τα μάτια κενά, προσπαθώντας να διαφύγουν από την πόλη που είχε μετατραπεί σε ερείπια. Ο φόβος και η σύγχυση κυριαρχούσαν, καθώς κανείς δεν γνώριζε αν επρόκειτο για μια νέα βόμβα ή για κάποιο ουράνιο φαινόμενο.
Η τραγωδία συνεχίστηκε και στα καταφύγια, όπου οι τραυματίες προσπαθούσαν να βρουν βοήθεια. Οι στρατιώτες και οι εθελοντές, έντρομοι και οι ίδιοι, ράντιζαν τους ανθρώπους με νερό χωρίς να μπορούν να δώσουν εξηγήσεις για το τι είχε συμβεί. Οικογένειες χωρίστηκαν βίαια, καθώς οι πιο βαριά τραυματισμένοι απομακρύνονταν για να μην επιστρέψουν ποτέ. Ακόμη και εκείνοι που φαινόταν να έχουν γλιτώσει με ελαφρά τραύματα, άρχισαν σύντομα να παρουσιάζουν περίεργα συμπτώματα: υψηλό πυρετό, ναυτία και αιμορραγίες. Ήταν η πρώτη φορά που η ανθρωπότητα ερχόταν αντιμέτωπη με τις επιπτώσεις της ραδιενέργειας, αν και τότε η λέξη "ατομική" ήταν ακόμη άγνωστη στους περισσότερους.
Τις επόμενες εβδομάδες, η αλήθεια άρχισε να αποκαλύπτεται σταδιακά μέσα από φήμες και σύντομες ανακοινώσεις. Η παράδοση της Ιαπωνίας και το τέλος του πολέμου έφεραν μια πικρή ανακούφιση, αλλά για τους κατοίκους της Χιροσίμα και αργότερα του Ναγκασάκι, η μάχη για την επιβίωση είχε μόλις ξεκινήσει. Οι επιζώντες έπρεπε να αντιμετωπίσουν όχι μόνο τα σωματικά και ψυχικά τραύματα, αλλά και την κοινωνική καχυποψία. Η Χιροσίμα παρέμεινε μια οδυνηρή υπενθύμιση της καταστροφικής δύναμης που μπορεί να απελευθερώσει η ανθρωπότητα, αφήνοντας πίσω της μια κληρονομιά πόνου αλλά και μια ακλόνητη έκκληση για ειρήνη.