Η ιστορία της Ευρώπης είναι γεμάτη σκοτεινά μυστικά, όμως ελάχιστα μπορούν να συγκριθούν με την «Υπόθεση των Δηλητηρίων» που ξέσπασε στη Γαλλία του 17ου αιώνα. Όλα ξεκίνησαν το 1672 με έναν θάνατο που αρχικά πέρασε απαρατήρητος: ο Γάλλος αξιωματικός Ζαν Μπατίστ Γκοντέν ντε Σαιν Κρουά άφησε την τελευταία του πνοή στο Παρίσι. Κατά την καταγραφή της περιουσίας του, οι αρχές βρέθηκαν μπροστά σε ένα μακάβριο εύρημα. Ένα μικρό κουτί περιείχε εννέα επιστολές, φιαλίδια με δηλητήρια και αποδείξεις για τεράστια χρηματικά ποσά, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο εγκλήματος πίσω από τη λάμψη της αριστοκρατίας.
Τα γράμματα ανήκαν στη μαρκησία Μαρί Μαντλέν ντε Μπρινβιλιέ, ερωμένη του θανόντος, η οποία ομολογούσε εγγράφως πως είχε δηλητηριάσει τον πατέρα και τους δύο αδελφούς της. Το κίνητρο ήταν η απόλυτη κυριαρχία στην οικογενειακή περιουσία. Το μέσο που χρησιμοποιούσε ήταν το αρσενικό, μια ουσία που διαλυόταν εύκολα σε φαγητό και ποτό, αφήνοντας ελάχιστα ίχνη. Η μαρκησία ήταν τόσο αδίστακτη που, πριν στραφεί στην οικογένειά της, φέρεται να έκανε δοκιμές σε ασθενείς νοσοκομείων, υποδυόμενη τη φιλάνθρωπη κυρία, προκειμένου να υπολογίσει τις θανατηφόρες δόσεις του δηλητηρίου.
Η καταδίωξη της μαρκησίας διήρκεσε τέσσερα χρόνια, καθώς εκείνη διέφυγε αρχικά στο Λονδίνο και αργότερα σε μοναστήρι στη Λιέγη. Η σύλληψή της το 1676 έγινε δυνατή χάρη στον αστυνομικό Φρανσουά Ντεγκρέ, ο οποίος μεταμφιέστηκε σε ιερέα για να την πλησιάσει. Μετά από μια πολύκροτη δίκη και σκληρά βασανιστήρια, η Μπρινβιλιέ αποκεφαλίστηκε δημόσια. Παρότι η υπόθεση φαινόταν να κλείνει, τρία χρόνια αργότερα μια τυχαία σύλληψη αποκάλυψε πως η μαρκησία ήταν μόνο η κορυφή του παγόβουνου σε ένα τεράστιο δίκτυο δηλητηριαστών.
Το 1679, η σύλληψη της Μαρί Μπος και η ανάκριση της Κατρίν Ντεζαγιέ, γνωστής ως «Λα Βουαζέν», έβγαλε στο φως ένα δίκτυο που παρείχε φίλτρα αγάπης, δηλητήρια και παράνομες εκτρώσεις σε εκατοντάδες μέλη της υψηλής κοινωνίας. Η Λα Βουαζέν δεν περιοριζόταν μόνο στο εμπόριο ουσιών, αλλά οργάνωνε μέχρι και τελετές μαύρης μαγείας για λογαριασμό στρατηγών, κομησσών και ισχυρών αξιωματούχων που επιζητούσαν πλούτο ή τον θάνατο των αντιπάλων τους. Το σκάνδαλο πήρε τέτοιες διαστάσεις που ο Βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΔ' αναγκάστηκε να ιδρύσει ένα ειδικό δικαστήριο, το Chambre ardente.
Μέσα σε τρία χρόνια, το ειδικό δικαστήριο εξέτασε 442 κατηγορούμενους, εκδίδοντας 104 αποφάσεις και 36 θανατικές καταδίκες. Η ίδια η Λα Βουαζέν κάηκε ζωντανή στην Πλατεία Γκρεβ το 1680. Ωστόσο, όταν οι έρευνες άρχισαν να πλησιάζουν επικίνδυνα τον στενό κύκλο της βασιλικής αυλής και τις ερωμένες του ίδιου του μονάρχη, η εξουσία αποφάσισε να παρέμβει. Το δικαστήριο διαλύθηκε απότομα το 1682 και δόθηκε εντολή να σταματήσουν οι ανακρίσεις για να προστατευθεί το κύρος του θρόνου.
Η προσπάθεια συγκάλυψης ολοκληρώθηκε το 1709, όταν διατάχθηκε η καταστροφή των φακέλων της υπόθεσης. Δεκάδες τόμοι καταθέσεων κάηκαν στην πυρά για να εξαφανιστεί κάθε επίσημο ίχνος του σκανδάλου. Παρ' όλα αυτά, η ιστορική αλήθεια δεν χάθηκε εντελώς, καθώς ορισμένα αντίγραφα των εγγράφων διασώθηκαν κρυφά. Χάρη σε αυτά, οι ιστορικοί κατάφεραν να ανασυνθέσουν την «Υπόθεση των Δηλητηρίων», μια σκοτεινή υπενθύμιση του πώς η δίψα για εξουσία και πλούτο μπορούσε να διαβρώσει ακόμα και τα πιο υψηλά στρώματα της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας.