Στις 21 Φεβρουαρίου 2026 συμπληρώθηκαν 113 χρόνια από την ιστορική απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Ενώ η στρατιωτική επιτυχία του Ελληνικού Στρατού είναι ευρέως γνωστή, λιγότερο φωτισμένη παραμένει η προσωπικότητα του ανθρώπου που παρέδωσε την πόλη: του Εσάτ Πασά. Πρόκειται για μια ηγετική μορφή της οθωμανικής διοίκησης με βαθιές ελληνικές ρίζες, του οποίου η ζωή και η συμπεριφορά μετά την ήττα αναδεικνύουν ένα σπάνιο κεφάλαιο στρατιωτικού ήθους και αμοιβαίου σεβασμού.
Η Ελληνική Καταγωγή και οι Σπουδές του Εσάτ
Ο Μεχμέτ Εσάτ, γεννημένος στα Ιωάννινα το 1862, δεν ήταν ένας τυχαίος αξιωματούχος. Καταγόταν από την οικογένεια των Γλυκήδων, με γονείς εξισλαμισμένους Έλληνες από το Ζαγόρι και το Σούλι. Η μητρική του γλώσσα ήταν τα ελληνικά –μάλιστα λέγεται πως χρειάστηκε να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα για να μάθει τουρκικά όταν εισήχθη στη Στρατιωτική Σχολή. Φοίτησε στη φημισμένη Ζωσιμαία Σχολή των Ιωαννίνων και αργότερα μετεκπαιδεύτηκε στο Βερολίνο, όπου υπήρξε συμμαθητής με τον τότε διάδοχο Κωνσταντίνο. Αυτή η προσωπική σχέση με τον μετέπειτα αντίπαλό του στο μέτωπο, έμελλε να παίξει ρόλο στον τρόπο με τον οποίο γράφτηκε η ιστορία της παράδοσης.
Η Πολιορκία του Μπιζανίου και η Παράδοση
Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων το 1913 δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Το Μπιζάνι, οχυρωμένο με γερμανικές προδιαγραφές, θεωρούνταν απόρθητο. Χρειάστηκε ο στρατηγικός ελιγμός του Ιωάννη Βελισσαρίου και η απόκτηση των μυστικών σχεδίων των οχυρών από τον Νικολάκη Εφέντη για να καμφθεί η αντίσταση. Όταν ο Εσάτ συνειδητοποίησε ότι η πτώση της πόλης ήταν αναπόφευκτη, επέλεξε την παράδοση για να αποφευχθεί η άσκοπη αιματοχυσία. Η στιγμή της συνάντησης των δύο παλιών συμμαθητών ήταν συγκλονιστική: ο Κωνσταντίνος, αναγνωρίζοντας την ανδρεία του Εσάτ, αρνήθηκε να κρατήσει το ξίφος του ως λάφυρο, επιτρέποντάς του να το κρατήσει ως ένδειξη τιμής.
Ένας Αιχμάλωτος που Λατρεύτηκε στον Πειραιά
Η μεταφορά του Εσάτ στην Αθήνα ως αιχμαλώτου πολέμου εξελίχθηκε σε μια πρωτοφανή σκηνή αποθέωσης. Κατά την άφιξή του στο λιμάνι του Πειραιά τον Μάρτιο του 1913, εκατοντάδες Έλληνες τον υποδέχθηκαν με χειροκροτήματα και ζητωκραυγές. Ο ίδιος, έκπληκτος, ρώτησε γιατί τον επευφημούν, για να λάβει την απάντηση πως ο λαός χαιρετά έναν γενναίο στρατηγό, έστω και ηττημένο. Η διαμονή του στην Κηφισιά θύμιζε περισσότερο φιλοξενία υψηλού προσκεκλημένου παρά κράτηση. Αυτή η στάση του ελληνικού κράτους και λαού έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις μετέπειτα απάνθρωπες συμπεριφορές που αντιμετώπισαν οι Έλληνες αιχμάλωτοι στη Μικρά Ασία το 1922.
Η Επιστροφή στα Γιάννενα και η Υστεροφημία
Μετά τον επαναπατρισμό του, ο Εσάτ συνέχισε τη στρατιωτική του καριέρα στην Τουρκία, διακρινόμενος στη μάχη της Καλλίπολης, όπου είχε υπό τις διαταγές του τον Μουσταφά Κεμάλ. Παρά την υψηλή του θέση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ποτέ δεν ξέχασε τη γενέτειρά του. Επέστρεψε στα Γιάννενα το 1928, όπου συνάντησε παλιούς συμμαθητές και φίλους, τυγχάνοντας θερμής υποδοχής. Πολλοί επιφανείς Γιαννιώτες της εποχής, όπως ο Χρήστος Χρηστοβασίλης, εξήραν το ήθος του, υπενθυμίζοντας πως ο Εσάτ είχε σώσει ζωές Ελλήνων κατά τη διάρκεια της κατοχής, αρνούμενος να εκτελέσει θανατικές καταδίκες.
Σήμερα, το ξίφος του τελευταίου πασά των Ιωαννίνων δεν βρίσκεται σε κάποιο τουρκικό μουσείο, αλλά εκτίθεται στο Ιτς Καλέ, στο κάστρο της πόλης που τόσο αγάπησε. Είναι ένα σύμβολο μιας εποχής όπου, μέσα στη δίνη του πολέμου, η καταγωγή, η παιδεία και ο ιπποτισμός κατάφεραν να χτίσουν γέφυρες σεβασμού πάνω από τα χαρακώματα.