Η εκπαίδευση, ο θεμέλιος λίθος κάθε υγιούς κοινωνίας, διέρχεται σήμερα μια πρωτοφανή κρίση που απειλεί την ίδια τη δομή της. Πέρα από τα προβλήματα της ύλης και των υποδομών, μια ωμή και συχνά αποσιωπημένη πραγματικότητα έρχεται στο φως: οι εκπαιδευτικοί βρίσκονται καθημερινά αντιμέτωποι με ένα κύμα βίας και απαξίωσης που τους οδηγεί στη μαζική έξοδο από το επάγγελμα. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η κατάσταση έχει ξεπεράσει προ πολλού το στάδιο της απλής εργασιακής πίεσης, μετατρέποντας το σχολείο σε έναν χώρο επικίνδυνο για τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα των λειτουργών του.
Διεθνείς μελέτες καταδεικνύουν ότι ο εκφοβισμός κατά των εκπαιδευτικών δεν προέρχεται μόνο από τους μαθητές, αλλά αποτελεί ένα πολυεπίπεδο φαινόμενο. Λεκτικές επιθέσεις και σωματική βία εκδηλώνονται πλέον και από γονείς, ακόμη και από μέλη της διοίκησης, δημιουργώντας ένα τοξικό περιβάλλον. Οι αριθμοί προκαλούν σοκ, καθώς σχεδόν οι μισοί εκπαιδευτικοί σκέφτονται σοβαρά να εγκαταλείψουν οριστικά το επάγγελμα, ενώ ένας στους τέσσερις αναζητά απεγνωσμένα μετάθεση για να γλιτώσει από το άγχος και το μετατραυματικό στρες που του προκαλεί το τρέχον εργασιακό του πλαίσιο.
Στην Ελλάδα, η κατάσταση αντικατοπτρίζει αυτή τη διεθνή τάση με τον πιο σκληρό τρόπο, ειδικά σε ορισμένες βαθμίδες της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Μαρτυρίες εκπαιδευτικών περιγράφουν σχολεία όπου η παραβατικότητα έχει γίνει ο κανόνας, με μαθητές να εκφοβίζουν καθηγητές για να επιβάλουν τον δικό τους νόμο, ενώ εξωσχολικά στοιχεία εισβάλλουν στους χώρους για να απειλήσουν όποιον επιχειρεί να επιβάλει πειθαρχία. Η φράση «παραιτούμαι λόγω ανωτέρας βίας» τείνει να γίνει η τραγική επωδός μιας γενιάς δασκάλων που αισθάνονται παντελώς απροστάτευτοι από το κράτος.
Το πιο ακραίο και τραγικό παράδειγμα των συνεπειών αυτής της κρίσης αποτελεί ο πρόσφατος θάνατος εκπαιδευτικού στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος συγκλόνισε την κοινή γνώμη. Σύμφωνα με τις καταγγελίες, η καθηγήτρια υπέστη μοιραίο εγκεφαλικό επεισόδιο μετά από συστηματικό και βάναυσο bullying από ομάδα μαθητών μέσα στην τάξη. Το γεγονός ότι η διοίκηση, αντί να την στηρίξει, φέρεται να κινήθηκε προς την αμφισβήτηση της ικανότητάς της, αναδεικνύει το μέγεθος της θεσμικής απαξίωσης. Όταν το θύμα μετατρέπεται σε υπόλογο, η ηθική κατάρρευση του συστήματος είναι πλέον πλήρης.
Η αντιμετώπιση αυτής της «αιμορραγίας» απαιτεί άμεσες και γενναίες πολιτικές παρεμβάσεις. Είναι απαραίτητη η θεσμοθέτηση αυστηρών πολιτικών κατά της βίας από όπου κι αν προέρχεται, η ουσιαστική χρηματοδότηση προγραμμάτων ψυχικής υγείας για το προσωπικό και η εκπαίδευση των στελεχών διοίκησης σε μοντέλα ηγεσίας που προάγουν την ασφάλεια. Χωρίς την αποκατάσταση του σεβασμού και της προστασίας προς τον εκπαιδευτικό, το μέλλον της μάθησης και η ευημερία των επόμενων γενεών τίθενται σε άμεσο κίνδυνο.