Η χρήση χημικών όπλων κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου αντιπροσωπεύει μία από τις πιο σκοτεινές και τρομακτικές σελίδες στην ιστορία των ανθρώπινων συγκρούσεων. Όλα ξεκίνησαν μαζικά τον Απρίλιο του 1915, κατά τη δεύτερη μάχη του Υπρ, όταν οι γερμανικές δυνάμεις απελευθέρωσαν ένα τεράστιο κιτρινοπράσινο σύννεφο αερίου χλωρίου. Οι στρατιώτες στα συμμαχικά χαρακώματα, χωρίς καμία προστασία, βρέθηκαν αντιμέτωποι με έναν αόρατο εχθρό που προκαλούσε ασφυξία, φρικτούς πόνους στους πνεύμονες και έναν θάνατο που έμοιαζε με πνιγμό σε στεριά. Το χλώριο, όντας βαρύτερο από τον αέρα, βύθιζε τους στρατιώτες στο θάνατο καθώς συγκεντρωνόταν στον πυθμένα των χαρακωμάτων, μετατρέποντας το καταφύγιό τους σε παγίδα θανάτου.
Παρά τις διεθνείς συμβάσεις της Χάγης που είχαν απαγορεύσει τη χρήση δηλητηριωδών όπλων ήδη από το 1899, οι αντιμαχόμενες πλευρές διολίσθησαν γρήγορα σε έναν ολοκληρωτικό χημικό πόλεμο. Μετά το χλώριο, ακολούθησε το ακόμα πιο θανατηφόρο φωσγένιο, το οποίο ήταν άχρωμο και σχεδόν άοσμο, καθιστώντας τον εντοπισμό του αδύνατο μέχρι να είναι πολύ αργά. Το φωσγένιο κατέστρεφε τους ιστούς των πνευμόνων με ύπουλο τρόπο, καθώς τα συμπτώματα μπορούσαν να εμφανιστούν ακόμα και 48 ώρες μετά την εισπνοή, οδηγώντας σε εσωτερική αιμορραγία και θάνατο. Η ψυχολογική πίεση στους στρατιώτες ήταν τεράστια, καθώς έπρεπε να βρίσκονται σε διαρκή εγρήγορση για έναν δολοφόνο που δεν μπορούσαν ούτε να δουν ούτε να μυρίσουν.
Η κορύφωση της φρίκης ήρθε το 1917 με την εισαγωγή του αερίου μουστάρδας (υπερίτης), το οποίο ονομάστηκε ο «βασιλιάς των πολεμικών αερίων». Σε αντίθεση με τα προηγούμενα αέρια, ο υπερίτης δεν στόχευε μόνο στο αναπνευστικό σύστημα αλλά προκαλούσε φρικτές φουσκάλες και χημικά εγκαύματα σε οποιοδήποτε σημείο του δέρματος ερχόταν σε επαφή. Επιπλέον, είχε την ικανότητα να μολύνει το έδαφος και τον εξοπλισμό για ημέρες ή και εβδομάδες, αναγκάζοντας τους στρατιώτες να εγκαταλείπουν τις θέσεις τους. Οι επιζώντες από επιθέσεις αερίου μουστάρδας συχνά υπέφεραν από τύφλωση, μόνιμες αναπνευστικές βλάβες και χρόνιο ψυχολογικό τραύμα για το υπόλοιπο της ζωής τους.
Αν και ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έληξε το 1918, η κληρονομιά των χημικών όπλων συνέχισε να στοιχειώνει την ανθρωπότητα. Η διεθνής κοινότητα προσπάθησε να θέσει ένα οριστικό τέλος σε αυτή τη βαρβαρότητα με το Πρωτόκολλο της Γενεύης το 1925, όμως η σκιά αυτών των όπλων εμφανίστηκε ξανά σε πολλές συγκρούσεις του 20ου και 21ου αιώνα. Οι μαρτυρίες των βετεράνων που επέζησαν από τα «πράσινα σύννεφα» του Υπρ παραμένουν μια διαρκής υπενθύμιση της απανθρωπιάς που μπορεί να γεννήσει η επιστήμη όταν τίθεται στην υπηρεσία της καταστροφής. Ο χημικός πόλεμος δεν επιτάχυνε το τέλος της σύγκρουσης, αλλά απλώς πρόσθεσε νέα επίπεδα πόνου σε μια ήδη οδυνηρή ιστορική περίοδο.