Η Σμύρνη του 1922 αποτελούσε το «μαργαριτάρι» της Ανατολής, μια πόλη που έσφυζε από ζωή, πλούτο και κοσμοπολίτικο αέρα. Με την εμβληματική προκυμαία της, τα πολυτελή νεοκλασικά κτίρια και τις πολυπολιτισμικές συνοικίες της, το Παρίσι της Ανατολής, όπως την αποκαλούσαν, δεν είχε να ζηλέψει τίποτα από τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Η ελληνική παρουσία ήταν κυρίαρχη, όχι μόνο πληθυσμιακά αλλά και οικονομικά, με το λιμάνι της να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς κόμβους της Μεσογείου. Αυτή η λαμπρή εικόνα έμελλε να σβήσει με τον πιο τραγικό τρόπο τον Σεπτέμβριο του 1922, κλείνοντας έναν κύκλο αιώνων ελληνικής παρουσίας στα μικρασιατικά εδάφη.
Η πορεία προς την καταστροφή ξεκίνησε με το όραμα της «Μεγάλης Ιδέας», που κορυφώθηκε με την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη τον Μάιο του 1919. Η υποδοχή των Ελλήνων στρατιωτών υπήρξε αποθεωτική, καθώς ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας έβλεπε επιτέλους το όνειρο της ελευθερίας να γίνεται πραγματικότητα. Ωστόσο, ο βαθύς εθνικός διχασμός μεταξύ Βενιζελικών και Κωνσταντινικών, σε συνδυασμό με την αλλαγή στάσης των Μεγάλων Δυνάμεων και την άνοδο του εθνικιστικού κινήματος του Μουσταφά Κεμάλ, δημιούργησαν ένα εκρηκτικό σκηνικό. Η αποτυχημένη εκστρατεία προς την Άγκυρα και η κατάρρευση του μετώπου στον Σαγγάριο σήμαναν την αντίστροφη μέτρηση για την ελληνική υποχώρηση.
Τον Σεπτέμβριο του 1922, η Σμύρνη παραδόθηκε στις φλόγες και στη βία. Η είσοδος των τουρκικών στρατευμάτων ακολουθήθηκε από μια απάνθρωπη σφαγή Ελλήνων και Αρμενίων, με την προκυμαία να γεμίζει από εκατοντάδες χιλιάδες πανικόβλητους πρόσφυγες που αναζητούσαν απεγνωσμένα τρόπο διαφυγής. Η πυρκαγιά που ξέσπασε στην αρμένικη συνοικία εξαπλώθηκε γρήγορα, μετατρέποντας την πόλη σε μια πύρινη κόλαση. Άνθρωποι πνίγονταν στη θάλασσα προσπαθώντας να σωθούν, ενώ τα πλοία των συμμάχων παρακολουθούσαν αμέτοχα την τραγωδία, δεσμευμένα από πολιτικές συμφωνίες και την αλλαγή των ισορροπιών στην περιοχή.
Η Μικρασιατική Καταστροφή ολοκληρώθηκε με τον ξεριζωμό πάνω από ένα εκατομμύριο Ελλήνων, οι οποίοι έφτασαν στην Ελλάδα κουβαλώντας μόνο τις μνήμες και τον πολιτισμό τους. Παρά τις αρχικές δυσκολίες υποδοχής και την καχυποψία μέρους του εγχώριου πληθυσμού, οι πρόσφυγες κατάφεραν να αναγεννηθούν από τις στάχτες τους, μπολιάζοντας την ελληνική κοινωνία με νέες ιδέες, τέχνες και εργατικότητα. Η απώλεια της Σμύρνης παραμένει μια ανοιχτή πληγή στην εθνική μνήμη, υπενθυμίζοντας το βαρύ τίμημα των πολιτικών λαθών και των γεωπολιτικών παιχνιδιών, αλλά και το ακατάβλητο σθένος ενός λαού που ξέρει να ξαναχτίζει τη ζωή του ακόμα και μετά την απόλυτη καταστροφή.