Η καθηγήτρια έφυγε. Η γυναίκα που διάλεξε να αφιερώσει τη ζωή της στο να δίνει — γνώση, υπομονή, παρουσία — βρέθηκε μπροστά σε κάτι που δεν άντεξε να σηκώσει. Και με τον θάνατό της γίναμε όλοι φτωχότεροι.
Αυτό που ακολούθησε στο διαδίκτυο είναι, κατά κάποιον τρόπο, η άλλη όψη του ίδιου προβλήματος: ένας κατακλυσμός οργής, κατηγοριών, γενικεύσεων: «Η νέα γενιά είναι χαμένη». «Οι γονείς τους δεν κάνουν τίποτα». «Τα παιδιά σήμερα είναι κτήνη».
Σταματήστε!
Η γενίκευση δεν είναι ανάλυση· είναι δειλία.
Όταν κατηγορούμε όλα τα παιδιά για τις πράξεις μερικών, δεν κάνουμε κριτική· κρυβόμαστε. Κρυβόμαστε πίσω από την οργή για να μην κοιτάξουμε το βαθύτερο ερώτημα: Πώς φτάσαμε εδώ; Και τι ρόλο παίζει ο καθένας μας σε αυτό;
Τα παιδιά δεν γεννιούνται με βία. Δεν έρχονται στον κόσμο μαθημένα να εξευτελίζουν τον άλλον. Μαθαίνουν. Και αυτό που μαθαίνουν, το μαθαίνουν από εμάς, από τα σπίτια μας, τις οθόνες μας, τη στάση μας, τις σιωπές μας.
Το παιδί που εκφοβίζει δεν είναι κτήνος. Είναι ένα ον που δεν το δίδαξε κανείς πώς να νιώθει, πώς να χάνει, πώς να σέβεται, πώς να πονάει μέσα του αντί να μεταφέρει τον πόνο προς τα έξω.
Προσέξτε: Αυτό δεν το λέω για να αθωώσουμε. Το λέω για να καταλάβουμε. Γιατί μόνο όταν καταλαβαίνουμε, μπορούμε να αλλάξουμε κάτι.
Τι χρειάζεται πραγματικά η νέα γενιά;
Όρια και όχι τιμωρία.
Υπάρχει μια βαθιά παρανόηση στην εποχή μας: ότι το να βάλεις όριο σε ένα παιδί σημαίνει ότι το καταπιέζεις.
Το αντίθετο ισχύει. Τα όρια είναι η δομή μέσα στην οποία το παιδί αισθάνεται ασφαλές. Ένα παιδί χωρίς όρια δεν είναι ελεύθερο· είναι χαμένο.
Το «όχι» που λέμε με αγάπη σήμερα είναι το «ναι» που λέει το ίδιο αύριο σε έναν κόσμο που δεν χαρίζει τίποτα.
Παρουσία και όχι απλώς παροχές.
Πολλοί γονείς δίνουν στα παιδιά τους τα πάντα· εκτός από τον εαυτό τους.
Οθόνες, δραστηριότητες, υλικά αγαθά. Αλλά το παιδί δεν χρειάζεται manager· χρειάζεται γονέα.
Χρειάζεται κάποιον που θα καθίσει δίπλα του στη σιωπή, κάποιον που θα τον ρωτήσει «πώς είσαι» και κάποιον που θα περιμένει πραγματικά την απάντηση.
Συνέπειες με αξιοπρέπεια.
Όταν ένα παιδί κάνει λάθος — και θα κάνει, γιατί έτσι μαθαίνουν — χρειάζεται να βιώσει τη συνέπεια της πράξης του.
Όχι εξευτελισμό. Όχι βία. Χρειάζεται να ακούσει: «Αυτό που έκανες ήταν λάθος. Ξέρω ότι μπορείς να το διορθώσεις. Και εγώ είμαι εδώ για εσένα»
Ενσυναίσθηση ως πρότυπο, όχι ως μάθημα.
Δεν διδάσκεται η ενσυναίσθηση με παραδόσεις. Μεταδίδεται με πράξεις.
Αν το παιδί βλέπει τον ενήλικο να σέβεται τον συνάνθρωπο, να αναγνωρίζει το λάθος του, να ζητά συγγνώμη, να αντέχει τη διαφορά· τότε μαθαίνει.
Εμείς είμαστε το πρώτο και το πιο μόνιμο βιβλίο που διαβάζουν.
Ειδικά τα παραβατικά παιδιά είναι αυτά που μας έχουν άμεσα ανάγκη.
Το παραβατικό παιδί δεν θέλει εξορία· θέλει κατανόηση και συνέπεια ταυτόχρονα. Αυτοί οι δύο πόλοι δεν αντιμάχονται· αλληλοσυμπληρώνονται.
Χρειάζεται να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά του έχει όριο και αυτό το όριο θα τηρηθεί.
Χρειάζεται παράλληλα να αισθανθεί ότι αυτό που είναι δεν ταυτίζεται με αυτό που έκανε.
Ότι δεν είναι «ο κακός της ιστορίας»· είναι ένα ον που έχει πάρει λανθασμένο δρόμο και ότι έχει την δυνατότητα να επιλέξει τον σωστό.
Αυτό δεν γίνεται με αποκλεισμό, ούτε με αδιαφορία.
Γίνεται με σχολεία που έχουν ψυχολόγους, με εκπαιδευτικούς που έχουν στήριξη, με οικογένειες που έχουν πρόσβαση σε βοήθεια.
Η εκπαιδευτικός που έχασε τη ζωή της δεν «την έπαθε επειδή ήταν αδύναμη». Ήταν ένας άνθρωπος που δέχτηκε χτυπήματα που δεν έπρεπε ποτέ να υπάρξουν.
Και η μνήμη της δεν τιμάται με οργή στο διαδίκτυο· τιμάται με αλλαγή.
Αλλαγή στο πώς μιλάμε στα παιδιά μας. Στο πώς τους θέτουμε όρια. Στο πώς προστατεύουμε τους εκπαιδευτικούς. Στο πώς αντιμετωπίζουμε τον εκφοβισμό, σε κάθε μορφή του.
Τα παιδιά δεν είναι κτήνη. Είναι καθρέφτες. Και αν δεν μας αρέσει αυτό που βλέπουμε, ίσως είναι καιρός να σκεφτούμε τι τους έχουμε δείξει.
Αποστόλης Ζυμβραγάκης, M.Ed. Φιλόλογος
