Μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, το νέο κομμουνιστικό καθεστώς στη Ρουμανία, υπό τη σκιά της Σοβιετικής Ένωσης, έψαχνε απεγνωσμένα τρόπους να εδραιώσει την κυριαρχία του. Βλέποντας παντού "εχθρούς" - πραγματικούς και φανταστικούς - αποφάσισε να μην αρκεστεί στην απλή εξόντωσή τους. Στόχος της ηγεσίας ήταν κάτι πολύ πιο σκοτεινό: η "επανεκπαίδευση". Ο απώτερος σκοπός ήταν να σπάσουν το πνεύμα των κρατουμένων, να τους κάνουν να απαρνηθούν τα πιστεύω τους και, το πιο ανατριχιαστικό, να χρησιμοποιήσουν τους ίδιους τους κρατούμενους ως βασανιστές των συγκρατούμενών τους.
Οι "εχθροί" του κράτους και ο φόβος για τη νεολαία
Αν και το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε αναλάβει την εξουσία μέσω νοθείας και με τη βοήθεια του Κόκκινου Στρατού, η επιρροή του στον πληθυσμό παρέμενε μικρή. Για να εξασφαλίσει τον έλεγχο, το καθεστώς προχώρησε σε μαζικές φυλακίσεις. Ανάμεσα στους "απειλητικούς" για το κράτος βρίσκονταν πρώην μέλη άλλων κομμάτων, φιλοβασιλικοί, κληρικοί και διανοούμενοι.
Εκείνοι όμως που προκαλούσαν τον μεγαλύτερο φόβο στο καθεστώς ήταν οι νέοι φοιτητές, λόγω των ισχυρών θρησκευτικών, εθνικιστικών ή αντικομμουνιστικών τους πεποιθήσεων. Το κράτος έβλεπε αυτά τα νεαρά μυαλά ως πρώτη ύλη που έπρεπε να καταστραφεί και να ξαναχτιστεί από την αρχή, ως υπάκουοι υπηρέτες του κομμουνισμού. Αυτό το άρρωστο όραμα βρήκε στέγη στις φυλακές του Πιτέστι.
Η "Εξωτερική Αποκάλυψη" και τα σωματικά βασανιστήρια
Το πρόγραμμα στο Πιτέστι, υπό την εποπτεία του Αλεξάντρου Νικόλσκι, αξιωματούχου της μυστικής αστυνομίας, είχε έναν μοναδικό, σαδιστικό χαρακτήρα. Τα βασανιστήρια δεν τα έκαναν οι φύλακες, αλλά οι ίδιοι οι κρατούμενοι, με αρχηγό έναν χαρισματικό αλλά αδίστακτο κρατούμενο, τον Γιουτζέν Τσουρκάνου. Το πρώτο στάδιο, η "εξωτερική αποκάλυψη", ήταν ένας ανελέητος ψυχολογικός και σωματικός πόλεμος.
Οι νέοι κρατούμενοι ανακρίνονταν εξαντλητικά, αναγκαζόμενοι να ομολογήσουν όχι μόνο πολιτικές πληροφορίες, αλλά και τα πιο οικεία, προσωπικά τους μυστικά. Έπρεπε να προδώσουν φίλους, να αποκαλύψουν κρυφές σκέψεις και να διαλύσουν κάθε δεσμό εμπιστοσύνης. Σωματικά, υφίσταντο άγριους ξυλοδαρμούς επί μέρες, με πολλούς να χάνουν δόντια, ακοή ή ακόμα και την όρασή τους. Οι κρατούμενοι αναγκάζονταν να στέκονται όρθιοι σε βασανιστικές στάσεις για ώρες, στερούνταν τον ύπνο και επιβίωναν με ελάχιστο φαγητό.
Η καταστροφή της ταυτότητας και η απόλυτη υποταγή
Η σωματική φθορά ήταν μόνο το πρελούδιο. Ο πραγματικός στόχος ήταν η πλήρης ψυχολογική αποδόμηση, αναγκάζοντας τους κρατούμενους να απαρνηθούν ό,τι πίστευαν. Οι θρησκευόμενοι, κυρίως χριστιανοί, εξαναγκάζονταν να βλασφημήσουν και να συμμετάσχουν σε γκροτέσκες παρωδίες ιερών μυστηρίων, χρησιμοποιώντας ούρα και περιττώματα. Υπήρχαν σκηνές απόλυτης ταπείνωσης, όπως το να τους αναγκάζουν να γλείφουν πατώματα ή να τρώνε περιττώματα.
Το πιο σατανικό στοιχείο του πειράματος ήταν πως όποιος "έσπαγε" ψυχολογικά, εξαναγκαζόταν να γίνει ο ίδιος βασανιστής για τους νεοφερμένους. Με την υπόσχεση της ελευθερίας ή τον φόβο νέων βασανιστηρίων, φίλοι χτυπούσαν μέχρι θανάτου τους ίδιους τους τους φίλους. Αυτό διέλυε κάθε ίχνος αλληλεγγύης μέσα στη φυλακή. Κανείς δεν ήξερε πια ποιος ήταν θύμα και ποιος συνεργάτης του καθεστώτος. Όταν ένας άνθρωπος γινόταν συνένοχος σε τέτοια φρίκη, έχανε την ανθρωπιά του και γινόταν εύκολα ελέγξιμος.
Η συγκάλυψη και η κληρονομιά του τρόμου
Από το 1949 έως το 1951, περίπου 600 άνθρωποι, ως επί το πλείστον φοιτητές γύρω στα 20, πέρασαν από αυτή την κόλαση. Πολλοί πέθαναν από τα βασανιστήρια, ενώ άλλοι αυτοκτόνησαν για να ξεφύγουν. Όταν οι φήμες για την ακραία βία άρχισαν να διαρρέουν και να προκαλούν ανησυχία ακόμα και μέσα στους κόλπους του κόμματος, το καθεστώς αποφάσισε να τερματίσει το πείραμα.
Για να αποφύγει το διεθνές σκάνδαλο, η κυβέρνηση αποφάσισε να ρίξει όλο το φταίξιμο στους κρατούμενους. Ο Τσουρκάνου δικάστηκε και εκτελέστηκε το 1954, παρουσιαζόμενος ψευδώς ως φασίστας που ήθελε να σαμποτάρει το κομμουνιστικό έργο. Φυσικά, το κράτος που είχε οργανώσει και εγκρίνει το πείραμα έμεινε στο απυρόβλητο. Η αλήθεια έμεινε θαμμένη για δεκαετίες, καθώς οι επιζώντες ήταν πολύ τραυματισμένοι και τρομοκρατημένοι για να μιλήσουν, κουβαλώντας το στίγμα του θύματος αλλά και του θύτη.
Χρειάστηκε να έρθει το 1989 και η πτώση του κομμουνισμού για να ανοίξουν τα αρχεία και να ακουστούν οι μαρτυρίες. Σήμερα, οι φυλακές του Πιτέστι στέκουν ως μουσείο και μνημείο της ανθρώπινης θηριωδίας. Διαφέρουν από κάθε άλλο γκουλάγκ ή στρατόπεδο εργασίας, διότι ο σκοπός τους δεν ήταν η καταναγκαστική εργασία ή η απλή εκτέλεση, αλλά η ολοκληρωτική εξόντωση της ανθρώπινης ψυχής και ταυτότητας.