Αν συγκρίνουμε τη σύγχρονη δημόσια σφαίρα με την αρχαία Αγορά, θα διαπιστώσουμε μια τραγική μετατόπιση. Η Αγορά κάποτε αποτελούσε τον χώρο όπου ο «Λόγος» —ως ορθολογική σκέψη και ως εργαλείο επικοινωνίας— σμίλευε τον πολίτη. Σήμερα, η ψηφιακή και τηλεοπτική μας Αγορά δεν αναζητά τον πολίτη, αλλά τον καταναλωτή συγκινήσεων. Σε αυτό το τοπίο, η παραχώρηση βήματος στο ακραίο και στο μισαλλόδοξο δεν είναι ατύχημα· είναι η φυσική συνέπεια ενός οικοσυστήματος που έχει απολέσει τον προσανατολισμό του.
Πώς φτάσαμε όμως στο σημείο η ρητορική μίσους να μετατρέπεται σε κερδοφόρο θέαμα;
Ζούμε στην εποχή της απόλυτης αφθονίας της πληροφορίας, γεγονός που έχει οδηγήσει στη σπανιότητα της προσοχής. Τα μεγάλα μέσα δεν ανταγωνίζονται πλέον για το ποιο θα μεταδώσει πρώτο την είδηση, αλλά για το ποιο θα κρατήσει το βλέμμα μας καρφωμένο στην οθόνη για μερικά δευτερόλεπτα παραπάνω.
Ο σύγχρονος καπιταλισμός της προσοχής έχει ανακαλύψει πως ο μετριοπαθής συλλογισμός και η ψύχραιμη ανάλυση δεν αποφέρουν κέρδος. Αντίθετα, ο φόβος, η οργή και ο ηθικός πανικός λειτουργούν ως νευρολογικοί μαγνήτες. Όταν ένα μέσο προσκαλεί έναν εκπρόσωπο ακραίων θέσεων, δεν τον καλεί ως συνομιλητή, αλλά ως «πυροκροτητή». Η έκρηξη που θα ακολουθήσει —η κατακραυγή, ο διχασμός, η αναπαραγωγή των δηλώσεών του— είναι το ακριβές προϊόν που πουλάει στους διαφημιστές του.
Εδώ αναδεικνύεται μια βαθύτερη, σχεδόν φιλολογική και οντολογική κρίση: η αποδόμηση του ίδιου του νοήματος των λέξεων. Η ρητορική μίσους στα μέσα δεν είναι απλώς προσβλητική, αλλά καταστρέφει το εργαλείο της συνεννόησης. Όταν ακραίες θέσεις που καταπατούν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια παρουσιάζονται ισότιμα απέναντι στα θεμελιώδη δικαιώματα (στο όνομα μιας υποκριτικής και «ελαστικής» πολυφωνίας), οι λέξεις χάνουν το ειδικό τους βάρος.
Η συζήτηση μετατρέπεται σε αρένα. Ο πολιτικός με την ακραία ρητορική μίσους αντιμετωπίζεται ως μονομάχος που ρίχνεται στα λιοντάρια προς τέρψιν του κοινού. Η τηλεόραση και τα δίκτυα σκηνοθετούν τη σύγκρουση, αγνοώντας πως η τοξικότητα που εκλύεται διαχέεται στο συλλογικό ασυνείδητο της κοινωνίας, κανονικοποιώντας σταδιακά το αδιανόητο.
Πέρα από το κέρδος, υπάρχει και η διάσταση του αποπροσανατολισμού. Σε κοινωνίες που μαστίζονται από βαθιές ανισότητες, κρίσεις θεσμών και αβεβαιότητα, η μετατροπή της πολιτικής σε «πόλεμο ταυτοτήτων» και κραυγών προσφέρει την τέλεια διέξοδο. Όσο οι πολίτες εξοργίζονται και συγκρούονται γύρω από τις ακρότητες του εκάστοτε πολιτικού προβοκάτορα, τόσο τα βαθύτερα, συστημικά ρήγματα παραμένουν στο απυρόβλητο της κριτικής σκέψης.
Η απάντηση απέναντι σε αυτή τη βιομηχανία του θορύβου δεν μπορεί να είναι περισσότερος θόρυβος. Ως πολίτες, καλούμαστε να ασκήσουμε ίσως την πιο ανατρεπτική πράξη της εποχής μας: την άρνηση της προσοχής μας.
Να αποσύρουμε το βλέμμα μας από το φτηνό θέαμα της τοξικότητας και να επαναδιεκδικήσουμε μια δημόσια σφαίρα όπου οι ιδέες αναμετρώνται με επιχειρήματα και όχι με κραυγές. Το αντίδοτο στον εκφασισμό του δημόσιου διαλόγου δεν είναι η λογοκρισία, αλλά η καλλιέργεια της σκέψης.
Με άλλα λόγια, είναι απαίτηση πλέον η παροχή μιας ποιοτικής παιδείας ικανής να διακρίνει το επιχείρημα από την πρόκληση και τον Λόγο από τον απλό θόρυβο.
«Όταν η αλήθεια υποβιβάζεται σε θέαμα, ο θυμός γίνεται το μόνο νόμισμα που έχει αξία. Η πραγματική επανάσταση σήμερα είναι να στερήσεις από το μίσος το ακροατήριό του.»
Αποστόλης Ζυμβραγάκης