Η απελευθέρωση του Άουσβιτς στις 27 Ιανουαρίου 1945 αποκάλυψε στον κόσμο μια σκηνή μαζικής εξόντωσης που η ανθρωπότητα δεν είχε ξαναδεί. Αυτό που ξεκίνησε ως στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου στο Άουσβιτς Ι, σύντομα επεκτάθηκε στο Άουσβιτς ΙΙ-Μπίρκεναου, το οποίο έγινε το επίκεντρο των πιο φρικτών εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Από τους 1,3 εκατομμύρια ανθρώπους που στάλθηκαν εκεί, οι 1,1 εκατομμύρια δολοφονήθηκαν συστηματικά στο πλαίσιο της "Τελικής Λύσης". Η τοποθεσία επιλέχθηκε στρατηγικά επειδή αποτελούσε κόμβο σιδηροδρομικών γραμμών, διευκολύνοντας τη μεταφορά κρατουμένων από ολόκληρη την κατεχόμενη Ευρώπη.
Η άφιξη στο στρατόπεδο γινόταν κάτω από άθλιες συνθήκες μέσα σε βαγόνια μεταφοράς ζώων. Μετά την αποβίβαση, ακολουθούσε η διαλογή από ναζί γιατρούς. Όσοι κρίνονταν ακατάλληλοι για εργασία, όπως παιδιά, ηλικιωμένοι, έγκυες γυναίκες και ασθενείς, οδηγούνταν αμέσως σε θαλάμους αερίων που ήταν μεταμφιεσμένοι σε λουτρά. Εκεί, θανατώνονταν με το δηλητηριώδες αέριο Zyklon B. Η αδίστακτη φύση του καθεστώτος αντικατοπτριζόταν στα κρεματόρια, τα οποία λειτουργούσαν αδιάκοπα για να εξαφανίσουν τα ίχνη των θυμάτων, πολλά από τα οποία δεν καταγράφηκαν ποτέ στις επίσημες λίστες, κάνοντας το ακριβές μέγεθος της τραγωδίας δύσκολο να προσδιοριστεί.
Για όσους γλίτωναν την αρχική διαλογή, η ζωή μετατρεπόταν σε μια καθημερινή κόλαση δουλείας και εξαθλίωσης. Οι κρατούμενοι ξεχώριζαν από χρωματιστά τρίγωνα στα ρούχα τους, που υποδήλωναν την κατηγορία τους: κίτρινο για τους Εβραίους, κόκκινο για τους πολιτικούς κρατούμενους, μαύρο για τους Ρομά και ροζ για τους ομοφυλόφιλους. Η μέρα ξεκινούσε πριν την αυγή με βίαια ξυπνητήρια και εξαντλητικές προσκλητήριες αναφορές που κρατούσαν ώρες κάτω από οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες. Η διατροφή τους ήταν υποτυπώδης, αποτελούμενη από ένα υποκατάστατο καφέ, μια νερουλή σούπα και ένα κομμάτι μπαγιάτικο ψωμί, ενώ η παραμικρή παράβαση τιμωρούνταν με δημόσιο μαστίγωμα ή απαγχονισμό.
Ακόμα και τη νύχτα, ο τρόμος δεν σταματούσε. Ενώ οι εξαντλημένοι κρατούμενοι στοιβάζονταν σε ξύλινες παράγκες, ο Γιόζεφ Μένγκελε, ο "Άγγελος του Θανάτου", συνέχιζε τα απάνθρωπα ιατρικά του πειράματα πάνω σε αθώα θύματα, ανάμεσά τους και βρέφη. Η απελευθέρωση από τον Σοβιετικό στρατό βρήκε λίγους επιζώντες, καθώς χιλιάδες άλλοι είχαν εξαναγκαστεί στις "πορείες θανάτου" κατά την αποχώρηση των Ναζί. Η μνήμη του Άουσβιτς παραμένει μια οδυνηρή υπενθύμιση του τι μπορεί να συμβεί όταν η ανθρώπινη ζωή χάνει την αξία της, αποτελώντας ένα αιώνιο χρέος προς τα θύματα να μην επιτραπεί ποτέ ξανά μια τέτοια θηριωδία.