Η ιστορία του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία, η οποία εκτεινόταν σε περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια, έλαβε ένα βίαιο και αιματηρό τέλος κατά τη διάρκεια και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Γενοκτονία των Ελλήνων, μαζί με εκείνες των Αρμενίων και των Ασσυρίων, αποτέλεσε μέρος ενός συστηματικού σχεδίου εξόντωσης των χριστιανικών μειονοτήτων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και αργότερα από το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα. Η άνοδος των Νεότουρκων το 1908 έθεσε τις βάσεις για αυτή την καταστροφή, καθώς η ιδεολογία του παντουρκισμού δεν άφηνε περιθώρια για μη μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν κυμαίνονταν από οικονομικούς αποκλεισμούς και εκτοπισμούς έως μαζικές σφαγές, με στόχο την πλήρη "τουρκοποίηση" της Ανατολίας.
Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η καταστολή εντάθηκε με το πρόσχημα της εθνικής ασφάλειας. Οι Έλληνες άνδρες στρατολογήθηκαν βίαια στα διαβόητα "Τάγματα Εργασίας" (Amele Taburlari), όπου χιλιάδες πέθαναν από την πείνα, τις κακουχίες και τις αρρώστιες, αποτελώντας μια μορφή "λευκής σφαγής". Παράλληλα, ο άμαχος πληθυσμός υποβλήθηκε σε εξαντλητικές πορείες θανάτου προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, με αποτέλεσμα τον αφανισμό ολόκληρων κοινοτήτων. Η περιοχή του Πόντου υπέφερε ιδιαίτερα κάτω από τη σκληρή διοίκηση του Τοπάλ Οσμάν, ο οποίος οργάνωσε συστηματικές σφαγές και πυρπολήσεις χωριών, οδηγώντας στην εξόντωση εκατοντάδων χιλιάδων Ποντίων.
Μετά το τέλος του Μεγάλου Πολέμου, η γενοκτονία συνεχίστηκε από τις δυνάμεις του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Η κατάληψη της Σμύρνης τον Σεπτέμβριο του 1922 και η επακόλουθη πυρπόληση της πόλης σηματοδότησαν το τραγικό τέλος της ελληνικής παρουσίας στην Ιωνία. Χιλιάδες πολίτες σφαγιάστηκαν ή πνίγηκαν στο λιμάνι της Σμύρνης, ενώ ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος βρήκε μαρτυρικό θάνατο από τον μαινόμενο όχλο. Η Συνθήκη της Λωζάνης το 1923, με την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών, ολοκλήρωσε το έργο των Οθωμανών και των Τούρκων εθνικιστών, ξεριζώνοντας οριστικά πάνω από ένα εκατομμύριο Έλληνες από τις εστίες τους.
Παράλληλα με τους Έλληνες, οι Αρμένιοι και οι Ασσύριοι υπέστησαν παρόμοιες θηριωδίες, με τη Γενοκτονία των Αρμενίων να υπολογίζεται σε πάνω από ένα εκατομμύριο θύματα. Οι μαζικές εκτοπίσεις προς την έρημο της Συρίας και οι συστηματικές σφαγές από τις ειδικές δυνάμεις της οθωμανικής κυβέρνησης κατέστρεψαν τον κοινωνικό και πολιτιστικό ιστό αυτών των λαών. Σήμερα, η διεθνής αναγνώριση αυτών των εγκλημάτων παραμένει ένα δύσκολο πολιτικό ζήτημα, καθώς η Τουρκία συνεχίζει να αρνείται τον χαρακτηρισμό "γενοκτονία", παρά τις συντριπτικές ιστορικές αποδείξεις. Η μνήμη αυτών των γεγονότων παραμένει ζωντανή μέσα από τους απογόνους των επιζώντων, υπενθυμίζοντας το τεράστιο ανθρώπινο κόστος του μίσους και του φανατισμού.