Κάθε ιστορικός που προσπαθεί να εξηγήσει γιατί ένα μικρό σύνολο πόλεων στην ανατολική Μεσόγειο επηρέασε τόσο βαθιά την πορεία της ανθρωπότητας, δεν ξεκινά από τα όπλα τους ούτε από το εμπόριό τους. Ξεκινά από τη γλώσσα τους.
Η ελληνική γλώσσα δεν είναι απλώς ένα μέσο επικοινωνίας. Είναι μια μηχανή παραγωγής εννοιών. Και οι έννοιες είναι τα πιο ισχυρά εργαλεία που επινόησε ποτέ ο άνθρωπος.
Οι άνθρωποι δεν κυριαρχήσαμε στον πλανήτη επειδή είμαστε πιο δυνατοί ή πιο γρήγοροι, αλλά επειδή μπορούμε να συνεργαζόμαστε γύρω από κοινές αφηγήσεις. Οι αφηγήσεις αυτές χτίζονται με λέξεις. Όταν οι αρχαίοι Έλληνες επινόησαν λέξεις όπως «δημοκρατία», «φιλοσοφία», «ιστορία», «πολιτική», δεν κατέγραφαν απλώς μια πραγματικότητα. Δημιουργούσαν μια νέα.
Η λέξη «δημοκρατία» δεν περιέγραφε έναν θεσμό που προϋπήρχε. Τον γέννησε.
Η λέξη «λογική» δεν κατέγραφε έναν μηχανισμό του νου. Τον οργάνωσε.
Η λέξη «θεωρία» δεν ήταν απλή παρατήρηση. Ήταν ένας νέος τρόπος θέασης του κόσμου.
Η ελληνική γλώσσα έμαθε τον άνθρωπο να ρωτά «τι είναι;» και όχι μόνο «πώς γίνεται;». Αυτή η μετατόπιση από το πρακτικό στο οντολογικό, από το άμεσο στο αφηρημένο, άλλαξε την τροχιά της ιστορίας. Για πρώτη φορά, η πραγματικότητα έγινε αντικείμενο συστηματικής αμφισβήτησης.
Κι εδώ βρίσκεται η ιδιαιτερότητά της ελληνικής γλώσσας: δεν περιορίστηκε στη μετάδοση μύθων· έγινε εργαλείο αποδόμησής τους. Στον ίδιο πολιτισμό στον οποίο γεννήθηκαν οι θεοί του Ολύμπου, γεννήθηκε και η φιλοσοφική κριτική των θεών. Η ίδια γλώσσα που έπλασε επικά ποιήματα, γέννησε και τον σκεπτικισμό.
Αυτό δεν είναι τυχαίο. Οι γλώσσες δεν είναι ουδέτερες. Κάθε γλώσσα ενθαρρύνει ορισμένους τρόπους σκέψης και αποθαρρύνει άλλους. Η ελληνική, με την ευελιξία των συνθέσεων και την ακρίβεια των όρων της, ευνόησε την αναλυτική σκέψη. Μπορούσε να δημιουργεί νέες λέξεις συνδυάζοντας ρίζες και έτσι να δημιουργεί νέες ιδέες συνδυάζοντας έννοιες.
Γι’ αυτό και η ελληνική έγινε η γλώσσα της επιστήμης για αιώνες. Όχι επειδή οι Έλληνες ήταν οι μόνοι που σκέφτονταν, αλλά επειδή το λεξιλόγιό τους προσφερόταν για την ονοματοδοσία του άγνωστου. Και ό,τι ονομάζεται, μπορεί να μελετηθεί. Ό,τι μελετάται, μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.
Ωστόσο, η δύναμη μιας γλώσσας δεν βρίσκεται μόνο στο παρελθόν της. Βρίσκεται στη ζωντανή της χρήση. Μια γλώσσα που μετατρέπεται σε μνημείο παύει να είναι εργαλείο. Και όταν οι κοινωνίες αρχίζουν να αντιμετωπίζουν τη γλώσσα τους ως ιερό κειμήλιο αντί για ζωντανό οργανισμό, τότε την αποδυναμώνουν.
Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και της παγκόσμιας αγγλοφωνίας, το ερώτημα δεν είναι αν η ελληνική έχει ένδοξο παρελθόν. Το έχει. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να συνεχίσει να παράγει έννοιες. Αν μπορεί να συμμετέχει στη συζήτηση για το μέλλον της βιοτεχνολογίας, της ηθικής των αλγορίθμων, της δημοκρατίας στην ψηφιακή εποχή.
Γιατί οι γλώσσες που δεν παράγουν νέες αφηγήσεις, τελικά περιορίζονται σε παλιές.
Η ελληνική γλώσσα μάς κληροδότησε κάτι βαθύτερο από λέξεις. Μας κληροδότησε τη συνήθεια της αμφισβήτησης. Το δικαίωμα να ρωτάμε. Την τόλμη να ορίζουμε.
Αν θέλουμε να τιμήσουμε πραγματικά αυτή τη γλώσσα, δεν αρκεί να τη θαυμάζουμε. Πρέπει να τη χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε το μέλλον. Να επινοούμε νέους όρους για νέες πραγματικότητες. Να συνεχίσουμε την παράδοση της εννοιολογικής δημιουργίας.
Διότι στο τέλος, οι πολιτισμοί δεν επιβιώνουν χάρη στις αναμνήσεις τους. Επιβιώνουν χάρη στις ιστορίες που συνεχίζουν να αφηγούνται.
Και η ελληνική γλώσσα, περισσότερο από μια εθνική κληρονομιά, είναι μια ανοιχτή πρόσκληση: να σκεφτούμε ξανά τον κόσμο και να τον επαναπροσδιορίσουμε.
Αποστόλης Ζυμβραγάκης, Φιλόλογος M.Ed., Συγγραφέας.